Αημοκαπνισμενη...
Περσινός αρραβωνιαστικός...
Tuesday, June 10, 2008
Friday, May 23, 2008
Ο πειρατής της … «Ικαριακής»!
Όσο ζεις μαθαίνεις… Έτσι κι εγώ, που ψάχνω εδώ και δεκαετίες την ιστορία της γιαγιάς Λεμονιάς, μητέρας της μητέρας μου, που πέθανε νεότατη Χανσενική στο Λωβοκομείο της Χίου εκεί γύρω στο 1920. Σκαλίζοντας παλιές μνήμες του Παντελή, βρήκαμε κάποιους συγγενείς της μαμάς, πολύ μακρινούς, και τους τηλεφωνήσαμε για χαιρετίσματα. Ύστερα άνοιξε κουβέντα για την έρευνα μου και «ω του θαύματος» η μακρινή ξαδέλφη μου εξιστόρησε τα παρακάτω καταπληκτικά:
Η μάννα της γιαγιάς Λεμονίτσας, γεννημένη κοντά στο 1860 στην Ικαρία, είχε μια όμορφη μάννα κι ένα λεβέντη πατέρα… Η μάνα της ήταν Μυτιληνιά… Την βρήκε εκεί ο άντρας της και την έκλεψε… Ήταν πειρατής του καιρού του, από τους τελευταίους των …μοϊκανών, αφού το φαινόμενο της πειρατείας στο Αιγαίο σταμάτησε μετά την Ελληνική Επανάσταση. Είχε λοιπόν ένα πειρατικό και μαζί με συντρόφους του λυμαίνονταν τα παράλια των νησιών του ανατολικού Αιγαίου και της Μικρασίας. Στη Μυτιλήνη όμως, όταν η γιαγιά του έκλεψε την καρδιά, δεν χρειάστηκε να σκεφτεί πολύ. Την έκλεψε στο πλεούμενό του, που το οδήγησε ντογρού για την Ικαριά, νησί που κανείς δεν τον ήξερε και κανέναν δεν ήξερε, κι εγκαταστάθηκε εκεί με τη συμβία του, στο χωριό Καραβόσταμο. Εκεί η αγαπημένη του που μαράζωνε γιατί δεν της είχε βάλει στεφάνι, τον απείλησε ότι αν δεν την παντρευτεί θα αυτοκτονήσει. Έτσι, πήγαν μαζί στην εκκλησιά… Το ζευγάρι έκανε τρις κόρες. Η μια από αυτές, παντρεύτηκε έναν Καριώτη καραβοκύρη, τον Τσαντέ κι έκανε πολλά-πολλά παιδιά, τελευταίο η γιαγιά μου η Λεμονίτσα…
Έχω λοιπόν καταγωγή από έναν Πειρατή! Σαν αυτούς που μετά μανίας βλέπετε στην οθόνη, από την Καραϊβική και αλλού, σαν τον Κάπτεν Χουκ… Για φαντάσου!!! Και δεν είναι πολύ μακριά μου αυτή η αφετηρία. Απέχω από τον πειρατή μόνον «δύο παππούδες» απόσταση!!!
Η ξαδέλφη μού είπε ακόμα πως δεν θυμάται από πούθε κρατούσε η σκούφια του. Ως πειρατής του Αιγαίου υποθέτω ότι μάλλον κατάγονταν από την Μάνη, απ’όπου λόγω ναυτοσύνης προέρχονταν ο μεγαλύτερος όγκος των πειρατών στο Αιγαίο που «ήκμασε» από τον 13ο μέχρι και το 1821…
Η ανακάλυψή με επηρέασε βαθιά. Και τούτο επειδή η μυθολογία της πειρατείας είναι κραταιά στην Ικαριά ακόμα, οι παλιότεροι όλο διηγούνται ιστορίες με το πλιάτσικο και τη δράση αυτών των παλικαράδων που πηγαινόρχονταν στα νησιά άλλοτε για να κλέψουν, άλλοτε για να κρύψουν θησαυρούς, άλλοτε για να κάνουν ένα διάλειμμα στα ταξίδια τους… Η δράση τους μαζί και των κουρσάρων στο Αιγαίο δεν ήταν μόνο λεηλασίες και κακουργήματα, κάποιες φορές ήταν και ευεργετική για τα νησιά που εκείνα τα χρόνια λειτουργούσαν σχεδόν σαν αυτόνομα κρατίδια…
Κακός κουρσάρος για παράδειγμα, φόβος και τρόμος των νησιών, ήταν ο πειρατής Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα, στον οποίο αποδίδονται λεηλασίες, εξανδραποδισμοί και ερήμωση των νησιών. Μια τέτοια ερήμωση υπέστη και η καημένη η Ικαριά, όπως ιστορούν στο νησί, που ξεκίνησε από την ακτή «Σκουρδουλιάρη». «Σκουρδούλα» λένε, εκεί, τη Χολέρα! Και το όνομά της πήρε από το εξής περιστατικό. Κάποια φορά, ορεινοί Ικαριώτες, είδαν ένα πειρατικό να ποδίζει στην παραλία. Κρύφτηκαν όλοι πίσω από κλαριά και πέτρες και παρατηρούσαν τους κουρσάρους να σκάβουν και να θάβουν ένα ογκώδες αντικείμενο. Όταν το πειρατικό σάλπαρε γι’ αλλού, και το είδαν να απομακρύνεται στα ανοιχτά προς Πάτμο, όρμισαν όλοι στην παραλία να ξεθάψουν τον «θησαυρό» που νόμισαν ότι έκρυψαν οι επισκέπτες. Αντί για χρυσάφι όμως βρήκαν ένα πτώμα. Το έθαψαν πάλι κι έφυγαν για το ορεινό χωριό τους. Σε λίγες μέρες άρχισαν ένας-ένας να πεθαίνουν από «σκουρδούλα», δηλαδή χολέρα. Η νόσος εξαπλώθηκε σε όλο το νησί και όπως λένε οι τοπικοί μύθοι, δεν έμεινε κανείς ζωντανός. Μέχρι που χρόνια μετά κάποιοι νέοι θαλασσοπόροι ανακάλυψαν το βράχο και αποφάσισαν να εγκατασταθούν εκεί. Ήταν ανάμεσά τους και πρώην πειρατές που εγκατέλειπαν το «σπόρ» καθώς η πειρατεία άρχισε να διώκεται αυστηρά στο Αιγαίο από τις Οθωμανικές αρχές. Αυτό ήταν…
Οι πρώην κουρσάροι των θαλασσών γίναν νοικοκυραίοι και κατ’ επέκταση κτηνοτρόφοι. Τη ναυτική τους τέχνη, και μαζί τη ναυπηγική δεν την ξέχασαν όμως! Συνέχισαν να κατασκευάζουν μόνοι πλεούμενα με πανί και δειλά-δειλά άρχισαν και τα κοντινά ταξίδια.
Έτσι οι Ικαριώτες είναι σήμερα δεινοί ναυτικοί, από τα καλύτερα στελέχη στις ελληνικές ναυτιλιακές και στα πληρώματα. Από τότε άρχισαν να εγκαταλείπουν τα ορεινά και να κατεβαίνουν να εποικίζουν τα παραλιακά μέρη…
Αλλά και κατά διάρκεια της κυριαρχίας της πειρατείας στο Αιγαίο πολλά νησιά και παραθαλάσσιες περιοχές στήριξαν την επιβίωσή τους στην ειδική σχέση που είχαν με αυτή. Όπως η Μήλος, η Κίμωλος και η Μύκονος που λειτουργούσαν ως αραξοβόλια πειρατών και ως εμπορικοί σταθμοί της λείας τους. Η πειρατεία επίσης εντάχθηκε ως εξωοικονομικός παράγοντας στη ναυτιλιακή δραστηριότητα του Αιγαίου και των νησιών. Με συσσώρευση κεφαλαίου, το οποίο επενδυόταν στις εμπορικές δραστηριότητες. Χαρακτηριστικά παραδείγματα η Ύδρα, οι Σπέτσες και τα Ψαρά.
Έτσι δημιουργήθηκε και μια οικονομική ελίτ που ανέλαβε και την πολιτική διοίκηση των κοινοτήτων μέσα στο πλαίσιο της «αυτονομίας» των νησιών, εξαιτίας της χαλαρής εποπτείας της κεντρικής διοίκησης. Όλα τα ανωτέρω αποδεικνύονται από τα «κατιόντα» ιδιοκτησιακά και οικονομικά του παππού πειρατή. Η κόρη του παντρεύτηκε ντόπιο καραβοκύρη, με τρία καΐκια που ταξίδευαν στους εμπορικούς δρόμους της Ανατολής. Σμύρνη, Κάϊρο, Αλεξάνδρεια. Και μαζί με τα νόμιμα έκαναν μέχρι και το 35 και τα παράνομα ταξίδια, μεταφέροντας «κοντραμπάντο» από τα κατεχόμενα 12νησα στην Ικαριά και τα λοιπά ελληνικά νησιά…
Προέρχομαι λοιπόν από μια Μυτιληνιά κι έναν Μανιάτη πειρατή. Που έκανε βίον έκλυτον και ριψοκίνδυνο μέχρι να νοικοκυρευτεί και να εγκατασταθεί κάπου νόμιμα… Να μεταμορφωθεί στην πολιτική ελίτ του νησιού του και να εμπεδώσει την «νομιμοποίησή» του και την ταξική ανέλιξή του με τους επιγόνους του. Η εγγονή του-γιαγιά Λεμονίτσα- ήταν η πρώτη «καθαρή» κοινωνικοανθρωπολογικά, αφού παντρεύτηκε λογιότατο δημοδιδάσκαλο και έτεκεν την μητέρα μου Καλλιό… Όμως η γιαγιά, πέθανε λεπρή στη Χίο…
Μια μικρή ιστορία της «αστικής ολοκλήρωσης» της νησιωτικής Ελλάδας, που κάπου στη μέση-λίγο πριν τη μικρασιατική καταστροφή- έκοψε νήμα…
Τι έγινε από εκεί και μετά. Το ψάχνω στις ζωές μας τις νομοταγείς…
Δεν είχαμε και άλλη επιλογή… Ας ήταν ακόμα το καθεστώς της πειρατείας ακμαίο στο Αιγαίο και θα σας έλεγα εγώ!
Φιλιά φίλτατοι και ψαχτείτε κι εσείς… Ποιος ξέρει, μπορεί να βρούμε όλοι κάποια επαναστατική καταγωγή, και να ανθίσει εκ νέου η εθνική υπερηφάνεια για το γένος το ιερόν και το βέβηλο των Ελλήνων…
Η μάννα της γιαγιάς Λεμονίτσας, γεννημένη κοντά στο 1860 στην Ικαρία, είχε μια όμορφη μάννα κι ένα λεβέντη πατέρα… Η μάνα της ήταν Μυτιληνιά… Την βρήκε εκεί ο άντρας της και την έκλεψε… Ήταν πειρατής του καιρού του, από τους τελευταίους των …μοϊκανών, αφού το φαινόμενο της πειρατείας στο Αιγαίο σταμάτησε μετά την Ελληνική Επανάσταση. Είχε λοιπόν ένα πειρατικό και μαζί με συντρόφους του λυμαίνονταν τα παράλια των νησιών του ανατολικού Αιγαίου και της Μικρασίας. Στη Μυτιλήνη όμως, όταν η γιαγιά του έκλεψε την καρδιά, δεν χρειάστηκε να σκεφτεί πολύ. Την έκλεψε στο πλεούμενό του, που το οδήγησε ντογρού για την Ικαριά, νησί που κανείς δεν τον ήξερε και κανέναν δεν ήξερε, κι εγκαταστάθηκε εκεί με τη συμβία του, στο χωριό Καραβόσταμο. Εκεί η αγαπημένη του που μαράζωνε γιατί δεν της είχε βάλει στεφάνι, τον απείλησε ότι αν δεν την παντρευτεί θα αυτοκτονήσει. Έτσι, πήγαν μαζί στην εκκλησιά… Το ζευγάρι έκανε τρις κόρες. Η μια από αυτές, παντρεύτηκε έναν Καριώτη καραβοκύρη, τον Τσαντέ κι έκανε πολλά-πολλά παιδιά, τελευταίο η γιαγιά μου η Λεμονίτσα…
Έχω λοιπόν καταγωγή από έναν Πειρατή! Σαν αυτούς που μετά μανίας βλέπετε στην οθόνη, από την Καραϊβική και αλλού, σαν τον Κάπτεν Χουκ… Για φαντάσου!!! Και δεν είναι πολύ μακριά μου αυτή η αφετηρία. Απέχω από τον πειρατή μόνον «δύο παππούδες» απόσταση!!!
Η ξαδέλφη μού είπε ακόμα πως δεν θυμάται από πούθε κρατούσε η σκούφια του. Ως πειρατής του Αιγαίου υποθέτω ότι μάλλον κατάγονταν από την Μάνη, απ’όπου λόγω ναυτοσύνης προέρχονταν ο μεγαλύτερος όγκος των πειρατών στο Αιγαίο που «ήκμασε» από τον 13ο μέχρι και το 1821…
Η ανακάλυψή με επηρέασε βαθιά. Και τούτο επειδή η μυθολογία της πειρατείας είναι κραταιά στην Ικαριά ακόμα, οι παλιότεροι όλο διηγούνται ιστορίες με το πλιάτσικο και τη δράση αυτών των παλικαράδων που πηγαινόρχονταν στα νησιά άλλοτε για να κλέψουν, άλλοτε για να κρύψουν θησαυρούς, άλλοτε για να κάνουν ένα διάλειμμα στα ταξίδια τους… Η δράση τους μαζί και των κουρσάρων στο Αιγαίο δεν ήταν μόνο λεηλασίες και κακουργήματα, κάποιες φορές ήταν και ευεργετική για τα νησιά που εκείνα τα χρόνια λειτουργούσαν σχεδόν σαν αυτόνομα κρατίδια…
Κακός κουρσάρος για παράδειγμα, φόβος και τρόμος των νησιών, ήταν ο πειρατής Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα, στον οποίο αποδίδονται λεηλασίες, εξανδραποδισμοί και ερήμωση των νησιών. Μια τέτοια ερήμωση υπέστη και η καημένη η Ικαριά, όπως ιστορούν στο νησί, που ξεκίνησε από την ακτή «Σκουρδουλιάρη». «Σκουρδούλα» λένε, εκεί, τη Χολέρα! Και το όνομά της πήρε από το εξής περιστατικό. Κάποια φορά, ορεινοί Ικαριώτες, είδαν ένα πειρατικό να ποδίζει στην παραλία. Κρύφτηκαν όλοι πίσω από κλαριά και πέτρες και παρατηρούσαν τους κουρσάρους να σκάβουν και να θάβουν ένα ογκώδες αντικείμενο. Όταν το πειρατικό σάλπαρε γι’ αλλού, και το είδαν να απομακρύνεται στα ανοιχτά προς Πάτμο, όρμισαν όλοι στην παραλία να ξεθάψουν τον «θησαυρό» που νόμισαν ότι έκρυψαν οι επισκέπτες. Αντί για χρυσάφι όμως βρήκαν ένα πτώμα. Το έθαψαν πάλι κι έφυγαν για το ορεινό χωριό τους. Σε λίγες μέρες άρχισαν ένας-ένας να πεθαίνουν από «σκουρδούλα», δηλαδή χολέρα. Η νόσος εξαπλώθηκε σε όλο το νησί και όπως λένε οι τοπικοί μύθοι, δεν έμεινε κανείς ζωντανός. Μέχρι που χρόνια μετά κάποιοι νέοι θαλασσοπόροι ανακάλυψαν το βράχο και αποφάσισαν να εγκατασταθούν εκεί. Ήταν ανάμεσά τους και πρώην πειρατές που εγκατέλειπαν το «σπόρ» καθώς η πειρατεία άρχισε να διώκεται αυστηρά στο Αιγαίο από τις Οθωμανικές αρχές. Αυτό ήταν…
Οι πρώην κουρσάροι των θαλασσών γίναν νοικοκυραίοι και κατ’ επέκταση κτηνοτρόφοι. Τη ναυτική τους τέχνη, και μαζί τη ναυπηγική δεν την ξέχασαν όμως! Συνέχισαν να κατασκευάζουν μόνοι πλεούμενα με πανί και δειλά-δειλά άρχισαν και τα κοντινά ταξίδια.
Έτσι οι Ικαριώτες είναι σήμερα δεινοί ναυτικοί, από τα καλύτερα στελέχη στις ελληνικές ναυτιλιακές και στα πληρώματα. Από τότε άρχισαν να εγκαταλείπουν τα ορεινά και να κατεβαίνουν να εποικίζουν τα παραλιακά μέρη…
Αλλά και κατά διάρκεια της κυριαρχίας της πειρατείας στο Αιγαίο πολλά νησιά και παραθαλάσσιες περιοχές στήριξαν την επιβίωσή τους στην ειδική σχέση που είχαν με αυτή. Όπως η Μήλος, η Κίμωλος και η Μύκονος που λειτουργούσαν ως αραξοβόλια πειρατών και ως εμπορικοί σταθμοί της λείας τους. Η πειρατεία επίσης εντάχθηκε ως εξωοικονομικός παράγοντας στη ναυτιλιακή δραστηριότητα του Αιγαίου και των νησιών. Με συσσώρευση κεφαλαίου, το οποίο επενδυόταν στις εμπορικές δραστηριότητες. Χαρακτηριστικά παραδείγματα η Ύδρα, οι Σπέτσες και τα Ψαρά.
Έτσι δημιουργήθηκε και μια οικονομική ελίτ που ανέλαβε και την πολιτική διοίκηση των κοινοτήτων μέσα στο πλαίσιο της «αυτονομίας» των νησιών, εξαιτίας της χαλαρής εποπτείας της κεντρικής διοίκησης. Όλα τα ανωτέρω αποδεικνύονται από τα «κατιόντα» ιδιοκτησιακά και οικονομικά του παππού πειρατή. Η κόρη του παντρεύτηκε ντόπιο καραβοκύρη, με τρία καΐκια που ταξίδευαν στους εμπορικούς δρόμους της Ανατολής. Σμύρνη, Κάϊρο, Αλεξάνδρεια. Και μαζί με τα νόμιμα έκαναν μέχρι και το 35 και τα παράνομα ταξίδια, μεταφέροντας «κοντραμπάντο» από τα κατεχόμενα 12νησα στην Ικαριά και τα λοιπά ελληνικά νησιά…
Προέρχομαι λοιπόν από μια Μυτιληνιά κι έναν Μανιάτη πειρατή. Που έκανε βίον έκλυτον και ριψοκίνδυνο μέχρι να νοικοκυρευτεί και να εγκατασταθεί κάπου νόμιμα… Να μεταμορφωθεί στην πολιτική ελίτ του νησιού του και να εμπεδώσει την «νομιμοποίησή» του και την ταξική ανέλιξή του με τους επιγόνους του. Η εγγονή του-γιαγιά Λεμονίτσα- ήταν η πρώτη «καθαρή» κοινωνικοανθρωπολογικά, αφού παντρεύτηκε λογιότατο δημοδιδάσκαλο και έτεκεν την μητέρα μου Καλλιό… Όμως η γιαγιά, πέθανε λεπρή στη Χίο…
Μια μικρή ιστορία της «αστικής ολοκλήρωσης» της νησιωτικής Ελλάδας, που κάπου στη μέση-λίγο πριν τη μικρασιατική καταστροφή- έκοψε νήμα…
Τι έγινε από εκεί και μετά. Το ψάχνω στις ζωές μας τις νομοταγείς…
Δεν είχαμε και άλλη επιλογή… Ας ήταν ακόμα το καθεστώς της πειρατείας ακμαίο στο Αιγαίο και θα σας έλεγα εγώ!
Φιλιά φίλτατοι και ψαχτείτε κι εσείς… Ποιος ξέρει, μπορεί να βρούμε όλοι κάποια επαναστατική καταγωγή, και να ανθίσει εκ νέου η εθνική υπερηφάνεια για το γένος το ιερόν και το βέβηλο των Ελλήνων…
«Τ’ απλά αγαπούσα…»
Καράβια πλήθος ήταν αραγμένα
Στο μώλο των Πατρών. Σαν τα μετρούσα,
Στον αριθμό τους το άπειρο αριθμούσα.
Πεζός, μικρός ο μώλος μας, για μένα
Ο κόσμος όλος (κάπου, από τα ξένα)
Ερχόταν κι άραζε εκεί δα. Κι η Μούσα
Μού δινε δίκιο που τ’ απλά αγαπούσα
Και τα πεζά, τ’ αγκυροβολημένα.
Παναγιώτης Κανελλόπουλος
«Ο κύκλος των σονέτων»
Κάιρο, 17 Σεπτεμβρίου 1943
(Κοκκοβίκας, 2001)
Για να ξεφύγουμε λιγάκι, ξεκινάω με στίχους του Παναγιώτη Κανελλόπουλου, του Αχαιού, για το γενέθλιο τόπο… Την Πάτρα των δεκαετιών 20 και 30, και το «μώλο της», που σήμερα δεν υπάρχει πια. Το σπίτι της οικογένειάς του, στην πλατεία Γερμανού, δίπλα ακριβώς από το Αρχαίο Ωδείο, στέκεται ακόμα αγέρωχο. Από τον εξώστη του Α ορόφου μπορείς ακόμα να δεις το λιμάνι, τον Πατραϊκό, τα καράβια που φεύγουν για τη Δύση, και πολύ παλιότερα φυσικά τον μικρό Φάρο, που γκρέμισε η χούντα. Αφορμή για τα παραπάνω μου έδωσε το βιβλίο του Νίκου Τζανακάκου που παρουσιάζουμε και στον ΠτΘ. Ενός συγγραφέα που απέθεσε στο πόνημά του την μελαγχολία για το πολεοδομικό και αναπτυξιακό παρόν, που παρέδωσε τα λιμάνια σε ιδιωτικές εταιρείες, που «τοίχισε» την ακτή της, που την απέκοψε από «αμεριμνησία» της. Κάπως έτσι αισθάνομαι κι εγώ κάθε φορά που επισκέπτομαι την Αλεξανδρούπολη. Όταν κατηφορίζω πάντα πεζή προς την παραλία, εκεί λίγο μετά την Β. Γεωργίου, στη γωνία του Κουτσουμπίδη-απέναντι ακριβώς από το κέντρο που βρίσκεται στη συμβολή των οδών Β. Γεωργίου και 14ης Μαΐου- κλείνω τα μάτια για χάρη ενός αθώου παιχνιδιού της μνήμης… Αριστερά μου η οδός Εμπορίου με τα μαγαζιά και τα παλιά αχτάρικα. Στη γωνία το κρεοπωλείο Μπομποτά, όπου τα Χριστούγεννα κρέμονταν από τα τσιγκέλια 10δες πάπιες από το Γκιαούραντα… Δεξιά μου η «Ελβετική Αγορά» του Ευάγγελου Χατζή με τα κοσμήματα και απέναντι, το κατάστημα ψιλικών του Κουτσουμπίδη απ’ όπου αγοράζαμε κολόνιες χύμα και λευκώματα… Λίγο πιο κάτω το ξενοδοχείο της Σινεσίας, απέναντι κάπου το αντίστοιχο των αδελφών Δαλαβέρα και πάντα στ’ αριστερά το Ζαχαροπλαστείο Διεθνές, του Πασχαλάκη Αγγελίδη… Εκεί όπου τις Κυριακές απολαμβάναμε στο πατάρι λουκουμάδες, οικογενειακώς και δροσερές γκαζόζες. Είχε κι ένα τζουκ μποξ κάποτε εκεί, που μου έφαγε 10δες δίφραγκα για το “Yellow Submarine” των Beatles. Δίπλα, το εστιατόριο «Κληματαριά» ακόμα επιβιώνει… Στην παλιά πλατεία Τρούμαν, σήμερα νομίζω «Δημαρχείου», υπήρχε ένα συντριβανάκι με μια λιμνούλα, όπου επί Δημάρχου Μπέτσου, κολυμπούσαν μικρά κόκκινα ψαράκια. Παρακάτω, άλλο ένα ξενοδοχείο κι απέναντι μικρομάγαζα ραφτάδικα και κουρεία…
Απέναντί μου πάντα ο δρόμος προς το λιμάνι… Ένα λιμάνι με πέτρινο τοίχος, χαμηλό για τους νοτιάδες που φύσαγε το θρακικό. Η μαμά τα καλοκαίρια μας έκανε βόλτα στο μόλο, φτάναμε μέχρι το ακρομόλιο περπατώντας. Έβλεπε να μικρά Μότορσιπ και τα καΐκια, κι αναρωτιόταν: «Άραγε, από πού έρχεται; Λες να έχει πλήρωμα Καριώτες;» Ήταν όμορφος ο μόλος όταν δεν φύσαγε. Είχε δροσιά και τα νερά ήταν καταγάλανα τότε. Από μακριά βλέπαμε τον αριστερό μόλο, που εκτείνονταν μέχρι την ακτή του Ταρσανά. Εκεί έδεναν τα καρβουνάδικα κυρίως…
Θα ήταν το 1963, που ήρθε στο λιμάνι ένα μεγάλο φορτηγό… Μας ειδοποίησαν από το Λιμεναρχείο ότι ο Καπετάνιος μας έψαχνε. Ο πατέρας μας ανακοίνωσε λίγες μέρες μετά, πως επρόκειτο για τον Καλαματιανό κ. Τάκη και την όμορφη καπετάνισσα γυναίκα του, Λούλα, φίλους από τα παλιά της οικογένειας. Κάναμε επίσκεψη στο καράβι…και μαγεύτηκα. Ο καπετάνιος είχε ένα πολυτελέστατο διαμέρισμα στη διάθεσή του, με βελούδινα σαλόνια και μεταξωτά σεντόνια στο υπνοδωμάτιο.
Το φορτίο σίδερα για τη Θράκη. Από την ψιλή γέφυρα του πλοίου έβλεπα την πόλη… Ήταν αλλιώτικο να τη βλέπεις από τη θάλασσα, έμοιαζε πιο «τετράγωνη» πιο νοικοκυρεμένη…
Ο Καπετάνιος παίνευε το πλοίο του διαρκώς. Ήταν ένα παλιό μετασκευασμένο Liberty, από την εταιρεία στην οποία ανήκε… Μικρό, βαμμένο μαύρο εξωτερικά, και δεμένο σκαρί.
Εκεί άκουσα για πρώτη φορά τη λέξη «Λίμπερι», που αφορούσα τα αμερικανικά σκαριά που μετέφεραν τα τρόφιμα στην Ελλάδα μετά την λήξη του πολέμου.
Κι όταν «χορτάσαμε» από την helpara- έτσι λέγαμε τότε τα ρούχα «φορμόλης» και τα γάλατα σκόνη με τα οποία ετραφήκαμε στα συσσίτια, τα Λίμπερτι, κάπου 250, αγοράστηκαν από Έλληνες εφοπλιστές, όπως ο Αριστοτέλης Ωνάσης που πήρε τα πρώτα 16. Από τα λίμπερτι έγινε η βάση της Ελληνικής εμπορικής ναυτιλίας, ο στόλος της οποίας σήμερα, διακινεί το 25% του πετρελαίου και των εμπορευμάτων στις Ηνωμένες Πολιτείες και τον υπόλοιπο κόσμο.
Έτσι όπως θυμάμαι εκείνο το σκαρί του «Ροξάνη», νομίζω πως έμοιαζε πολύ με το «Γεώργιος Φ.», ένα άλλο σκαρί που έκανε την άγονη γραμμή από Αλεξανδρούπολη στην Ικαριά κι από εκεί στα Δωδεκάνησα, στη δεκαετία του 50-60. κι εκείνο μαύρο και ψηλό, με αντοχή στα καλοκαιρινά μελτέμια. Με το «Γέωργιος Φ.» κάναμε δυο ταξίδια στην Ικαριά, το 1956 και το 1959. Το πρώτο δεν το θυμάμαι. Θυμάμαι όμως το δεύτερο σαν να ήταν τώρα. Με στάσεις σε Αη Στράτη, όπου κατέβηκαν συγγενείς εξόριστων από την Αλεξανδρούπολη… Μαζί μας ήταν και μια γειτόνισσα με το μικρό της γιο. Όταν το πλοίο αγκυροβόλησε λίγο πιο πέρα από την ακτή, γιατί λιμάνι δεν υπήρχε, η γυναίκα έπιασε το μικρό της γιο, τον σήκωσε ψηλά πάνω από την κουπαστή και τον κανάκευε τραγουδώντας: «Ο μπαμπάς του, ο μπαμπάς του…»
Δεν ξέρω αν τους περίμενε ο πατέρας στην ακτή, ούτε ρώτησα ποτέ τη γειτόνισσα. Ξέρω πως ο μικρός στρίγγλιζε υστερικά πάνω από την βαθιά θάλασσα την οποία έπρεπε να διαβεί για να δει το γονιό του. Κι ήταν ένα μαρτύριο να κατεβαίνεις ανεμόσκαλες φορτωμένος για να μπεις στη βάρκα και να σε φτάσει στη στεριά…
Έτσι κι εμείς, όταν δυο μέρες μετά φτάσαμε στην Ικαριά, περάσαμε μια από τα ίδια… Θυμάμαι τη μάνα να με κρατά σφικτά αγκαλιά κι εγώ να φωνάζω: «Θέλω να πάω σπίτι, σπίτι…». Στην ικαριακή ακτή μας αποζημίωσε η μεγάλη βενζίνα που μας πήγε στο επίνειο του χωριού, κι από εκεί τα γαϊδουράκια σειρά μας ανέβασαν στο σπίτι…
Κι όλα τα παραπάνω με ομφαλό το λιμάνι της Αλεξανδρούπολης, που επί χρόνια θυμάμαι γερανοί και «μπίγες» να σκάβουν το βυθό του για να το κάνουν μεγάλο και «διεθνές». Τα κατάφεραν τελικά, δεν ξέρω βέβαια αν αυτό που περίμεναν ήταν να ποδίσουν εκεί οι «αγωγοί» και να στηθούν αρόδου του ουρές τα τάνκερ, αλλά τα…κατάφεραν!
Τα τελευταία χρόνια όταν επισκέπτομαι την Αλεξανδρούπολη χειμώνα, πάντα κάνω μια βόλτα στο λιμάνι. Περπατώ κολλημένη σχεδόν στο μόλο μέχρι το ακρομόλιο. Δεν ε΄χει τίποτε να δω, ούτε μπορώ να κλείσω τα μάτια για κάποιο παιχνίδι μνήμης, καθώς αισθάνομαι ότι εκεί κινδυνεύω πάντα από λοξοδρομίες… Σκέπτομαι τη μαμά που έψαχνε πάντα στα αγκυροβολημένα ένα «νεύμα» Ικαριάς. Σκέπτομαι και τη «Ροξάνη» του Καλαματιανού, και το «Γεώργιος Φ». Τι δεν θάδινα για λενα παρόμοιο ταξίδι τώρα… Η Άγονη γραμμή εξακολουθεί να υφίσταται με μεγαλύτερα βαπόρια όμως. Θα αξιωθώ, δεν μπορεί, να ξαναταξιδέψω το Αιγαίο, στην τεθλασμένη ρώτα των νησιών μας. Και πάνω της θα εμπιστευθώ τη δική μου «τεθλασμένη» και ταυτόχρονα «πυρακτωμένη» υπερμνησία, σαν Οδυσσέας νοσταλγός, όχι κάποιας επιστροφής αλλά μιας παλιάς περιπέτειας. Σαμοθράκη, Λήμνο, Αη Στράτη, Μυτιλήνη, Χιο, Πάτμο, Ικαριά… Μια γραμμή, μια πορεία αργά… Με αφετηρία το αραξοβόλι της Αλεξανδρούπολης, το λιμάνι της… Ένα μόλο που σήμερα τίποτε δεν θυμάται, δεν απογράφει από τα «δικά» μου ντόκια και τα liberty…
Φιλιά!!!
Στο μώλο των Πατρών. Σαν τα μετρούσα,
Στον αριθμό τους το άπειρο αριθμούσα.
Πεζός, μικρός ο μώλος μας, για μένα
Ο κόσμος όλος (κάπου, από τα ξένα)
Ερχόταν κι άραζε εκεί δα. Κι η Μούσα
Μού δινε δίκιο που τ’ απλά αγαπούσα
Και τα πεζά, τ’ αγκυροβολημένα.
Παναγιώτης Κανελλόπουλος
«Ο κύκλος των σονέτων»
Κάιρο, 17 Σεπτεμβρίου 1943
(Κοκκοβίκας, 2001)
Για να ξεφύγουμε λιγάκι, ξεκινάω με στίχους του Παναγιώτη Κανελλόπουλου, του Αχαιού, για το γενέθλιο τόπο… Την Πάτρα των δεκαετιών 20 και 30, και το «μώλο της», που σήμερα δεν υπάρχει πια. Το σπίτι της οικογένειάς του, στην πλατεία Γερμανού, δίπλα ακριβώς από το Αρχαίο Ωδείο, στέκεται ακόμα αγέρωχο. Από τον εξώστη του Α ορόφου μπορείς ακόμα να δεις το λιμάνι, τον Πατραϊκό, τα καράβια που φεύγουν για τη Δύση, και πολύ παλιότερα φυσικά τον μικρό Φάρο, που γκρέμισε η χούντα. Αφορμή για τα παραπάνω μου έδωσε το βιβλίο του Νίκου Τζανακάκου που παρουσιάζουμε και στον ΠτΘ. Ενός συγγραφέα που απέθεσε στο πόνημά του την μελαγχολία για το πολεοδομικό και αναπτυξιακό παρόν, που παρέδωσε τα λιμάνια σε ιδιωτικές εταιρείες, που «τοίχισε» την ακτή της, που την απέκοψε από «αμεριμνησία» της. Κάπως έτσι αισθάνομαι κι εγώ κάθε φορά που επισκέπτομαι την Αλεξανδρούπολη. Όταν κατηφορίζω πάντα πεζή προς την παραλία, εκεί λίγο μετά την Β. Γεωργίου, στη γωνία του Κουτσουμπίδη-απέναντι ακριβώς από το κέντρο που βρίσκεται στη συμβολή των οδών Β. Γεωργίου και 14ης Μαΐου- κλείνω τα μάτια για χάρη ενός αθώου παιχνιδιού της μνήμης… Αριστερά μου η οδός Εμπορίου με τα μαγαζιά και τα παλιά αχτάρικα. Στη γωνία το κρεοπωλείο Μπομποτά, όπου τα Χριστούγεννα κρέμονταν από τα τσιγκέλια 10δες πάπιες από το Γκιαούραντα… Δεξιά μου η «Ελβετική Αγορά» του Ευάγγελου Χατζή με τα κοσμήματα και απέναντι, το κατάστημα ψιλικών του Κουτσουμπίδη απ’ όπου αγοράζαμε κολόνιες χύμα και λευκώματα… Λίγο πιο κάτω το ξενοδοχείο της Σινεσίας, απέναντι κάπου το αντίστοιχο των αδελφών Δαλαβέρα και πάντα στ’ αριστερά το Ζαχαροπλαστείο Διεθνές, του Πασχαλάκη Αγγελίδη… Εκεί όπου τις Κυριακές απολαμβάναμε στο πατάρι λουκουμάδες, οικογενειακώς και δροσερές γκαζόζες. Είχε κι ένα τζουκ μποξ κάποτε εκεί, που μου έφαγε 10δες δίφραγκα για το “Yellow Submarine” των Beatles. Δίπλα, το εστιατόριο «Κληματαριά» ακόμα επιβιώνει… Στην παλιά πλατεία Τρούμαν, σήμερα νομίζω «Δημαρχείου», υπήρχε ένα συντριβανάκι με μια λιμνούλα, όπου επί Δημάρχου Μπέτσου, κολυμπούσαν μικρά κόκκινα ψαράκια. Παρακάτω, άλλο ένα ξενοδοχείο κι απέναντι μικρομάγαζα ραφτάδικα και κουρεία…
Απέναντί μου πάντα ο δρόμος προς το λιμάνι… Ένα λιμάνι με πέτρινο τοίχος, χαμηλό για τους νοτιάδες που φύσαγε το θρακικό. Η μαμά τα καλοκαίρια μας έκανε βόλτα στο μόλο, φτάναμε μέχρι το ακρομόλιο περπατώντας. Έβλεπε να μικρά Μότορσιπ και τα καΐκια, κι αναρωτιόταν: «Άραγε, από πού έρχεται; Λες να έχει πλήρωμα Καριώτες;» Ήταν όμορφος ο μόλος όταν δεν φύσαγε. Είχε δροσιά και τα νερά ήταν καταγάλανα τότε. Από μακριά βλέπαμε τον αριστερό μόλο, που εκτείνονταν μέχρι την ακτή του Ταρσανά. Εκεί έδεναν τα καρβουνάδικα κυρίως…
Θα ήταν το 1963, που ήρθε στο λιμάνι ένα μεγάλο φορτηγό… Μας ειδοποίησαν από το Λιμεναρχείο ότι ο Καπετάνιος μας έψαχνε. Ο πατέρας μας ανακοίνωσε λίγες μέρες μετά, πως επρόκειτο για τον Καλαματιανό κ. Τάκη και την όμορφη καπετάνισσα γυναίκα του, Λούλα, φίλους από τα παλιά της οικογένειας. Κάναμε επίσκεψη στο καράβι…και μαγεύτηκα. Ο καπετάνιος είχε ένα πολυτελέστατο διαμέρισμα στη διάθεσή του, με βελούδινα σαλόνια και μεταξωτά σεντόνια στο υπνοδωμάτιο.
Το φορτίο σίδερα για τη Θράκη. Από την ψιλή γέφυρα του πλοίου έβλεπα την πόλη… Ήταν αλλιώτικο να τη βλέπεις από τη θάλασσα, έμοιαζε πιο «τετράγωνη» πιο νοικοκυρεμένη…
Ο Καπετάνιος παίνευε το πλοίο του διαρκώς. Ήταν ένα παλιό μετασκευασμένο Liberty, από την εταιρεία στην οποία ανήκε… Μικρό, βαμμένο μαύρο εξωτερικά, και δεμένο σκαρί.
Εκεί άκουσα για πρώτη φορά τη λέξη «Λίμπερι», που αφορούσα τα αμερικανικά σκαριά που μετέφεραν τα τρόφιμα στην Ελλάδα μετά την λήξη του πολέμου.
Κι όταν «χορτάσαμε» από την helpara- έτσι λέγαμε τότε τα ρούχα «φορμόλης» και τα γάλατα σκόνη με τα οποία ετραφήκαμε στα συσσίτια, τα Λίμπερτι, κάπου 250, αγοράστηκαν από Έλληνες εφοπλιστές, όπως ο Αριστοτέλης Ωνάσης που πήρε τα πρώτα 16. Από τα λίμπερτι έγινε η βάση της Ελληνικής εμπορικής ναυτιλίας, ο στόλος της οποίας σήμερα, διακινεί το 25% του πετρελαίου και των εμπορευμάτων στις Ηνωμένες Πολιτείες και τον υπόλοιπο κόσμο.
Έτσι όπως θυμάμαι εκείνο το σκαρί του «Ροξάνη», νομίζω πως έμοιαζε πολύ με το «Γεώργιος Φ.», ένα άλλο σκαρί που έκανε την άγονη γραμμή από Αλεξανδρούπολη στην Ικαριά κι από εκεί στα Δωδεκάνησα, στη δεκαετία του 50-60. κι εκείνο μαύρο και ψηλό, με αντοχή στα καλοκαιρινά μελτέμια. Με το «Γέωργιος Φ.» κάναμε δυο ταξίδια στην Ικαριά, το 1956 και το 1959. Το πρώτο δεν το θυμάμαι. Θυμάμαι όμως το δεύτερο σαν να ήταν τώρα. Με στάσεις σε Αη Στράτη, όπου κατέβηκαν συγγενείς εξόριστων από την Αλεξανδρούπολη… Μαζί μας ήταν και μια γειτόνισσα με το μικρό της γιο. Όταν το πλοίο αγκυροβόλησε λίγο πιο πέρα από την ακτή, γιατί λιμάνι δεν υπήρχε, η γυναίκα έπιασε το μικρό της γιο, τον σήκωσε ψηλά πάνω από την κουπαστή και τον κανάκευε τραγουδώντας: «Ο μπαμπάς του, ο μπαμπάς του…»
Δεν ξέρω αν τους περίμενε ο πατέρας στην ακτή, ούτε ρώτησα ποτέ τη γειτόνισσα. Ξέρω πως ο μικρός στρίγγλιζε υστερικά πάνω από την βαθιά θάλασσα την οποία έπρεπε να διαβεί για να δει το γονιό του. Κι ήταν ένα μαρτύριο να κατεβαίνεις ανεμόσκαλες φορτωμένος για να μπεις στη βάρκα και να σε φτάσει στη στεριά…
Έτσι κι εμείς, όταν δυο μέρες μετά φτάσαμε στην Ικαριά, περάσαμε μια από τα ίδια… Θυμάμαι τη μάνα να με κρατά σφικτά αγκαλιά κι εγώ να φωνάζω: «Θέλω να πάω σπίτι, σπίτι…». Στην ικαριακή ακτή μας αποζημίωσε η μεγάλη βενζίνα που μας πήγε στο επίνειο του χωριού, κι από εκεί τα γαϊδουράκια σειρά μας ανέβασαν στο σπίτι…
Κι όλα τα παραπάνω με ομφαλό το λιμάνι της Αλεξανδρούπολης, που επί χρόνια θυμάμαι γερανοί και «μπίγες» να σκάβουν το βυθό του για να το κάνουν μεγάλο και «διεθνές». Τα κατάφεραν τελικά, δεν ξέρω βέβαια αν αυτό που περίμεναν ήταν να ποδίσουν εκεί οι «αγωγοί» και να στηθούν αρόδου του ουρές τα τάνκερ, αλλά τα…κατάφεραν!
Τα τελευταία χρόνια όταν επισκέπτομαι την Αλεξανδρούπολη χειμώνα, πάντα κάνω μια βόλτα στο λιμάνι. Περπατώ κολλημένη σχεδόν στο μόλο μέχρι το ακρομόλιο. Δεν ε΄χει τίποτε να δω, ούτε μπορώ να κλείσω τα μάτια για κάποιο παιχνίδι μνήμης, καθώς αισθάνομαι ότι εκεί κινδυνεύω πάντα από λοξοδρομίες… Σκέπτομαι τη μαμά που έψαχνε πάντα στα αγκυροβολημένα ένα «νεύμα» Ικαριάς. Σκέπτομαι και τη «Ροξάνη» του Καλαματιανού, και το «Γεώργιος Φ». Τι δεν θάδινα για λενα παρόμοιο ταξίδι τώρα… Η Άγονη γραμμή εξακολουθεί να υφίσταται με μεγαλύτερα βαπόρια όμως. Θα αξιωθώ, δεν μπορεί, να ξαναταξιδέψω το Αιγαίο, στην τεθλασμένη ρώτα των νησιών μας. Και πάνω της θα εμπιστευθώ τη δική μου «τεθλασμένη» και ταυτόχρονα «πυρακτωμένη» υπερμνησία, σαν Οδυσσέας νοσταλγός, όχι κάποιας επιστροφής αλλά μιας παλιάς περιπέτειας. Σαμοθράκη, Λήμνο, Αη Στράτη, Μυτιλήνη, Χιο, Πάτμο, Ικαριά… Μια γραμμή, μια πορεία αργά… Με αφετηρία το αραξοβόλι της Αλεξανδρούπολης, το λιμάνι της… Ένα μόλο που σήμερα τίποτε δεν θυμάται, δεν απογράφει από τα «δικά» μου ντόκια και τα liberty…
Φιλιά!!!
Wednesday, April 30, 2008
«Η Κίτρινη Ομπρέλα», του Βαγγέλη Αυδίκου
Τον Ευάγγελο Αυδίκο το κοινό της Θράκης τον γνωρίζει, από τη θητεία του στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο επί 8 έτη. Γεννημένος στην Πρέβεζα το 1951, με πτυχίο του κλασικού τμήματος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, υπηρέτησε επί μακρόν στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση ως φιλόλογος. Το 1992 εκλέχτηκε στο Παιδαγωγικό Τμήμα Νηπιαγωγών του Δημοκρίτειου όπου παρέμεινε ως το Σεπτέμβριο του 2000, οπότε και ανέλαβε υπηρεσία στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας ως Καθηγητής Λαογραφίας. Σήμερα είναι πρόεδρος του τμήματος Ιστορίας Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Θεσσαλικού Πανεπιστημίου και τα τελευταία χρόνια παράλληλα με την ακαδημαϊκή του καριέρα συγγράφει λογοτεχνία. Πρώτη προσπάθειά του η συλλογή διηγημάτων «Με το βλέμμα στον τοίχο με την μπατανία», 2001, εκδ. Ελληνικά Γράμματα. Ακολούθησε το μυθιστόρημα «Ο δικός μου Θεός», 2004, εκδ. Ταξιδευτής, και το 2007 το τελευταίο του μυθιστόρημα «Η κίτρινη Ομπρέλα», εκδ. Μεταίχμιο.
Τον Μάιο του 2007 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Οδυσσέας το βιβλίο «Η Θράκη και οι άλλοι». Ένα βιβλίο για τη Θράκη, τους ανθρώπους και τους πολιτισμούς της.
Υπενθυμίζουμε επίσης τους τίτλους «Χάλασε το χωριό μας, χάλασε», και «Από τη Μαρίτσα στον Έβρο» εκδόσεις του Πολύκεντρου του Δήμου τυχερού.
Την «Κίτρινη Ομπρέλα» παρουσιάσαμε το περασμένο Σάββατο στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Αμαλιάδας, παρουσία του συγγραφέα. Ομιλητές η υπογράφουσα και ο Κώστας Τζαβάρας-προσωπικός φίλος του συγγραφέα- βουλευτής Ηλείας της Ν.Δ.
Τα ενδιαφέροντα για το μυθιστόρημα του Ε.Αυδίκου ήρθαν σήμερα το μεσημέρι… Αφού ο τίτλος του περιλαμβάνεται στη sort list των υποψηφιοτήτων για τα βραβεία μυθιστορήματος του περιοδικού ΔΙΑΒΑΖΩ για το 2008.
Φιλοξενούμε σήμερα με αφορμή όλα τα παραπάνω μια εκτεταμένη παρουσίαση της «Κίτρινης Ομπρέλας», που αποτελεί και τη συμβολή μου στην εκδήλωση της Αμαλιάδας…
Η κίτρινη ομπρέλα
Μία αντροπαρέα, στο κέντρο της Αθήνας. Παρέα που σχηματίσθηκε από τυχαίες συναντήσεις στα καθημερινά της μεγάλης πόλης, με τον κατακερματισμό που τη συνέχει…Εκεί που οι άνθρωποι συναντιούνται απρόσωπα… στο χάος των 4.000.000 πολιτών…
Οι άνθρωποι εκεί, συνομιλούν μονάχα με τον περιπτερά, τον κουρέα, τους συναδέλφους τους στον στενό εργασιακό χώρο, και τους εξαρτημένους αυτόν, ίσως και με το έτερον ήμισυ, και σπανίως ή τυχαία με κάποιον φίλο από τα παιδικά χρόνια…
Η παρέα έχει συμφωνήσει να συναντιέται σε καφενείο του Κολωνακίου κάθε Σάββατο για να ανταλλάσσει ιστορίες.
Καθώς «όλοι ζούμε με δανεικές ιστορίες», όπως υποστηρίζει ο Ε.Α, η συνοχή της ομάδας δοκιμάζεται στην άμυλα της αφήγησης. Ποιος θα πει την πιο ενδιαφέρουσα –πιπεράτη- ελκυστική ιστορία…
Της παρέας ηγείται ένας Αρχηγός, δημοσιογράφος γύρω στα 50, άρτι διαζευγμένος…Δίπλα ο Εισαγγελέας, που επιδίδεται σε αφηγήσεις του δικαστικού ρεπορτάζ, ένας καφετζής από την Κρήτη, ο Μιχάλης , που μεταφέρει στην παρέα ό,τι συναντά στο πολυσύχναστο καφενείο που διατηρεί στο ΚΤΕΛ Κηφισού. Μαζί και ο Σωτήρης, ο Περιπτεράς, σε κάποια γωνία του Κολωνακίου, που τον έφερε στην παρέα ο Εισαγγελέας. Ένας κουρέας με στριφτό μουστάκι από τη Φλώρινα, ο Κλαψομανουράκιας-δημοσιογράφος τηλεοπτικής εκπομπής γύρω στα 35, ο Παρδαλός, Τζόρζ ή Ζορζέτα, που τον έφερε στην παρέα ο καφετζής και ένας πενηντάρης επίσης χωρισμένος συγγραφέας best-seller σε κάμψη όμως τα τελευταία χρόνια που δεν μπορεί να γράψει και ψάχνει εναγωνίως να βρει θέματα.
Το σκηνικό του μυθιστορήματος στήνεται σχεδόν τηλεοπτικά. Ένα τραπέζι και γύρω του οι «συνδιηγητές»-όρος του Αυδίκου-καθώς αυτό που συνέχει τους ομοτράπεζους δεν είναι τίποτα άλλο παρά οι ιστορίες. Το story όπως λέγεται τηλεοπτικά, ένα story με ήρωες οποιουσδήποτε εκτός παρέας, που για να πάρει «καλό βαθμό» οφείλει να έχει σασπένς, πρωτοτυπία, σεξ, περιθώριο, βία. Για την τήρηση των κανόνων της συνδιήγησης φροντίζει με αυστηρότητα ο αρχηγός. Έπεται το ξετύλιγμα των σεναρίων που αφορούν τις περιπέτειες κάποιων δεύτερων ηρώων, ανάμεσά τους και ξεχωριστές γυναίκες, η Κάθριν, η Ιρένε, η Λειλά, ή Σούζυ, η πολυπρόσωπη Καλλιόπη, η Κωνσταντίνα. Ήρωες ενταγμένοι στο σύστημα από τη μια, με τον κυνισμό που αυτό απαιτεί για την διάσωσή τους και από την άλλη οι κρυμμένοι στο περιθώριο, ένα μοναδικό περιθώριο. Όλοι βγαλμένοι κατευθείαν από το background της μεγαλούπολης. Επτά συνολικά τα κεφάλαια-ιστορίες που αφηγείται ο συγγραφέας ετεροβαρείς και ετερόκλητες θα έλεγα, με ένα βασικό στοιχείο να τις συνέχει. Τους ρόλους που έχουν ανατεθεί στα πρόσωπα, για να υπηρετήσουν την τάξη των πραγμάτων…
Οι δεύτεροι αυτοί ήρωες του συγγραφέα παρεισφρέουν στην παρέα ως συνοδοί του συστήματος που οργανώνουν οι καφενόβιοι του Σαββάτου, πάνω από όλα όμως σαν αντίγραφο της ζωής που ζουν, του τρόπου που ξέρουν να ζουν, το μοντέλο που αποδέχονται ως θεατές και μαζί ως συνένοχοι μετέχοντες.
Και δω υπάρχει ένα σημαντικό εύρημα του Αυδίκου, που δένει την αφήγηση, κατά την άποψή μου, με το ιδεολόγημά του. Ο συγγραφέας-ήρωας-της παρέας αφηγείται ιστορίες με πρόσωπα άγνωστα στους συνδιηγητές. Όσο προχωρά όμως αποκαλύπτονται πολλά. Κυρίως όμως αποκαλύπτεται ότι οι πρωταγωνιστές των ωραίων ιστοριών του είναι και οι ομοτράπεζοί του, τα μέλη δηλαδή της παρέας. Κάποτε ο αρχηγός, ο δημοσιογράφος δηλαδή, ο υποταγμένος, κι αυτός και η γραφή του και οι ιδέες του, στις εντολές του εκδότη, άλλοτε ο καθωσπρέπει εισαγγελέας, μπλεγμένος σε μία γαργαλιστική ιστορία με τρελούς έρωτες και άφθονο σεξισμό, μετά ο Παρδαλός που διάγει βίον έκκλητον στο περιθώριο της Συγγρού.
Τι ακριβώς υπονοεί ο Αυδίκος; Νομίζω ότι θέλει να μας πει με καθαρό τρόπο, πως όσο και αν βγάλουμε την ουρά μας έξω από τις ιστορίες άλλων, είμαστε εντός, όχι ως guest αλλά και επί της ουσίας. Όσο και να βολευόμαστε με τον εγωκεντρισμό του παρόντος, μετέχουμε δρωμένων που τα θεωρούμε πάθη των άλλων. Γιατί αυτό που ορίζουμε πάντα ως κοινωνία, συνέχεται μέσω του συλλογικού εγώ παρά τον κατακερματισμό και την απομόνωση.
Από την άλλη, το ζήτημα αξιολόγησης της κάθε ιστορίας, από τους ακροατές της παρέας ανοίγει το δεύτερο πεδίο ανάγνωσης του μυθιστορήματος, που αποκαλύπτεται σιγά-σιγά, καθώς αρτιώνεται η αφήγηση. Τα κριτήρια για την ελκυστικότητα των ιστοριών επαφύονται στις αισθητικές αξίες των μετεχόντων, στο σύστημα ιδεών που κυριαρχεί στην τηλεοπτική μας «δημοκρατία» αλλά και με βάση τα δεδομένα της σωρηδόν παραγόμενης λογοτεχνίας του παρόντος… Οι πρόδηλες πολιτικές νύξεις του Αυδίκου, για το εποικοδόμημα, θα έλεγα το σύστημα πολιτικών και πολιτιστικών αξιών που κυριαρχεί, μας παραθέτουν αυτό που ακριβώς πλείστοι Έλληνες πολίτες διαγιγνώσκουν αλλά … δεν ομολογούν…Απλά αφήνονται-αφηνόμαστε να μας παρασύρει…Βράζουμε στο ίδιο καζάνι που τα τελευταία χρόνια έχει πια και ένα κλείστρο στην κορυφή του.
Όλα αυτά, μέσα από τον λόγο του κεντρικού ήρωα του μυθιστορήματος του 50άρη συγγραφέα που ξεκινά με τα παθήματα του ρόλου του ως υπηρέτη του λόγου και της γραφής, που ψάχνει εναγωνίως υλικό καθώς έχει αναλάβει υποχρέωση να ολοκληρώσει σύντομα ένα μυθιστόρημα. Μέσα στην ιστορία του εμπλέκεται όλο το σύστημα και οι μηχανισμοί που παράγουν σήμερα πολιτισμό και ταυτόχρονα πολιτική. Διανοητές και δημοσιογραφία, ΜΜΕ, δικαστική εξουσία, περιθώριο, ομοφυλοφιλία, ρατσισμός, μετανάστες, περιβάλλον, η ελληνική επαρχία, ο έρωτας, η μοναξιά των ανθρώπων της μεγαλούπολης, η επικοινωνία εν πολλοίς, οι «έξω ιστορίες» και οι «μέσα ιστορίες», των ανθρώπων.
Μέσα από όλα αυτά ο Αυδίκος βασανίζεται και μας βασανίζει για το ρόλο της λογοτεχνίας σήμερα, και της λογοτεχνικής παραγωγής εν τέλει. Τι έχουμε να πούμε για όλα αυτά ως αναγνώστες;
Σήμερα που όλοι γράφουν, οι περισσότεροι αντιγράφουν θα έλεγα, τα πράγματα μας φέρνουν αντιμέτωπους με τη νέα πραγματικότητα, την εικονική. Μύθοι ξετυλίγονται με την τεχνική του ξεπέτα . Ο ένας κλέβει τις ιστορίες του άλλου, οι γραφές παράγονται κατά κόρον στην Μεγαλούπολη, που μοιάζει να έχει στερέψει από αληθινές ιστορίες, αναπαράγοντας την αισθητική των σχέσεων που αυτή δημιούργησε. Ποιος είναι λοιπόν ο ρόλος του Λογοτέχνη σήμερα;
Κατ’ αρχήν θα έλεγα ότι δικαιούται να ζήσει αλλιώς, να πει ότι η ζωή είναι αλλιώς, για να αποκτήσει πάλι βλέμμα, ακοή, αφή, μυρωδιές. Με αυτά τα αισθητήρια μπορεί ξανά να βουτήξει στο πέλαγος της αφήγησης.
Της αφήγησης που σήμερα δοκιμάζεται δραματικά, καθώς μάθαμε να ακούμε από την οθόνη μονοσήμαντα, που αναπαράγει τοπία χωρίς μυρωδιές, αγγίγματα, γεύσεις…
Και ο Αυδίκος εν τέλει μας λυτρώνει καθώς ο ήρωας του, ο συγγραφέας αποχωρεί από την παρέα, έχοντας αποκαλύψει με την ιστορία του, τους ρόλους των συνενόχων στο σύστημα, την παρέα … του Κολωνακίου.
Ο παρακμιακός συγγραφέας, που λέει ως εδώ…και φεύγει με την αγαπημένη του από το καφενείο, αφήνοντας πίσω την εικονική συντροφιά αλλά και τους ήρωες της αφήγησής του, που εμφανίζονται μαυροντυμένοι στο καφενείο σαν «από μηχανής θεοί» πάνω από το τραπέζι των συνδιηγητών.
Ως κατακλείδα θα χρησιμοποιήσω παράγραφο από μια κριτική προσέγγιση που βρήκα για το μυθιστόρημα σε blog στο διαδίκτυο., στις «ιχνηλασίες».
«Η επιλογή του Αυδίκου αποτελεί απάντηση στο κεντρικό ερώτημα. Και δεν αφορά μόνο τον ίδιο το Συγγραφέα. Αφορά όσους εμπλεκόμαστε ως αναγνώστες ή συγγραφείς με τη λογοτεχνία. Εν ολίγοις: ο κόσμος της λογοτεχνίας θα διατηρείται ψευδαισθησιακός, θα συνεχίζει να αυτοευνουχίζεται και να αυτοχειριάζεται, θα επιμένει να αναπαράγει τα αδιέξοδα στα οποία υποτίθεται ότι δίνει λύση, όσο παραμένει περίκλειστος στον εαυτό του, όσο αρνείται να γονιμοποιηθεί από την αληθινή ζωή, όσο συμβιβάζεται μ’ ό,τι αρνείται την αληθινή ζωή.
Η αξία του βιβλίου του Αυδίκου έγκειται στο ότι έθιξε το πρόβλημα της σημερινής λογοτεχνίας χωρίς περιστροφές….επιχείρησε να δώσει απαντήσεις. Και το πιο σημαντικό είναι ότι οι απαντήσεις αυτές περιέχουν αλήθειες που θα έπρεπε να ειπωθούν. Και καλώς ειπώθηκαν.»
Ελ.Σκάβδη
Τον Μάιο του 2007 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Οδυσσέας το βιβλίο «Η Θράκη και οι άλλοι». Ένα βιβλίο για τη Θράκη, τους ανθρώπους και τους πολιτισμούς της.
Υπενθυμίζουμε επίσης τους τίτλους «Χάλασε το χωριό μας, χάλασε», και «Από τη Μαρίτσα στον Έβρο» εκδόσεις του Πολύκεντρου του Δήμου τυχερού.
Την «Κίτρινη Ομπρέλα» παρουσιάσαμε το περασμένο Σάββατο στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Αμαλιάδας, παρουσία του συγγραφέα. Ομιλητές η υπογράφουσα και ο Κώστας Τζαβάρας-προσωπικός φίλος του συγγραφέα- βουλευτής Ηλείας της Ν.Δ.
Τα ενδιαφέροντα για το μυθιστόρημα του Ε.Αυδίκου ήρθαν σήμερα το μεσημέρι… Αφού ο τίτλος του περιλαμβάνεται στη sort list των υποψηφιοτήτων για τα βραβεία μυθιστορήματος του περιοδικού ΔΙΑΒΑΖΩ για το 2008.
Φιλοξενούμε σήμερα με αφορμή όλα τα παραπάνω μια εκτεταμένη παρουσίαση της «Κίτρινης Ομπρέλας», που αποτελεί και τη συμβολή μου στην εκδήλωση της Αμαλιάδας…
Η κίτρινη ομπρέλα
Μία αντροπαρέα, στο κέντρο της Αθήνας. Παρέα που σχηματίσθηκε από τυχαίες συναντήσεις στα καθημερινά της μεγάλης πόλης, με τον κατακερματισμό που τη συνέχει…Εκεί που οι άνθρωποι συναντιούνται απρόσωπα… στο χάος των 4.000.000 πολιτών…
Οι άνθρωποι εκεί, συνομιλούν μονάχα με τον περιπτερά, τον κουρέα, τους συναδέλφους τους στον στενό εργασιακό χώρο, και τους εξαρτημένους αυτόν, ίσως και με το έτερον ήμισυ, και σπανίως ή τυχαία με κάποιον φίλο από τα παιδικά χρόνια…
Η παρέα έχει συμφωνήσει να συναντιέται σε καφενείο του Κολωνακίου κάθε Σάββατο για να ανταλλάσσει ιστορίες.
Καθώς «όλοι ζούμε με δανεικές ιστορίες», όπως υποστηρίζει ο Ε.Α, η συνοχή της ομάδας δοκιμάζεται στην άμυλα της αφήγησης. Ποιος θα πει την πιο ενδιαφέρουσα –πιπεράτη- ελκυστική ιστορία…
Της παρέας ηγείται ένας Αρχηγός, δημοσιογράφος γύρω στα 50, άρτι διαζευγμένος…Δίπλα ο Εισαγγελέας, που επιδίδεται σε αφηγήσεις του δικαστικού ρεπορτάζ, ένας καφετζής από την Κρήτη, ο Μιχάλης , που μεταφέρει στην παρέα ό,τι συναντά στο πολυσύχναστο καφενείο που διατηρεί στο ΚΤΕΛ Κηφισού. Μαζί και ο Σωτήρης, ο Περιπτεράς, σε κάποια γωνία του Κολωνακίου, που τον έφερε στην παρέα ο Εισαγγελέας. Ένας κουρέας με στριφτό μουστάκι από τη Φλώρινα, ο Κλαψομανουράκιας-δημοσιογράφος τηλεοπτικής εκπομπής γύρω στα 35, ο Παρδαλός, Τζόρζ ή Ζορζέτα, που τον έφερε στην παρέα ο καφετζής και ένας πενηντάρης επίσης χωρισμένος συγγραφέας best-seller σε κάμψη όμως τα τελευταία χρόνια που δεν μπορεί να γράψει και ψάχνει εναγωνίως να βρει θέματα.
Το σκηνικό του μυθιστορήματος στήνεται σχεδόν τηλεοπτικά. Ένα τραπέζι και γύρω του οι «συνδιηγητές»-όρος του Αυδίκου-καθώς αυτό που συνέχει τους ομοτράπεζους δεν είναι τίποτα άλλο παρά οι ιστορίες. Το story όπως λέγεται τηλεοπτικά, ένα story με ήρωες οποιουσδήποτε εκτός παρέας, που για να πάρει «καλό βαθμό» οφείλει να έχει σασπένς, πρωτοτυπία, σεξ, περιθώριο, βία. Για την τήρηση των κανόνων της συνδιήγησης φροντίζει με αυστηρότητα ο αρχηγός. Έπεται το ξετύλιγμα των σεναρίων που αφορούν τις περιπέτειες κάποιων δεύτερων ηρώων, ανάμεσά τους και ξεχωριστές γυναίκες, η Κάθριν, η Ιρένε, η Λειλά, ή Σούζυ, η πολυπρόσωπη Καλλιόπη, η Κωνσταντίνα. Ήρωες ενταγμένοι στο σύστημα από τη μια, με τον κυνισμό που αυτό απαιτεί για την διάσωσή τους και από την άλλη οι κρυμμένοι στο περιθώριο, ένα μοναδικό περιθώριο. Όλοι βγαλμένοι κατευθείαν από το background της μεγαλούπολης. Επτά συνολικά τα κεφάλαια-ιστορίες που αφηγείται ο συγγραφέας ετεροβαρείς και ετερόκλητες θα έλεγα, με ένα βασικό στοιχείο να τις συνέχει. Τους ρόλους που έχουν ανατεθεί στα πρόσωπα, για να υπηρετήσουν την τάξη των πραγμάτων…
Οι δεύτεροι αυτοί ήρωες του συγγραφέα παρεισφρέουν στην παρέα ως συνοδοί του συστήματος που οργανώνουν οι καφενόβιοι του Σαββάτου, πάνω από όλα όμως σαν αντίγραφο της ζωής που ζουν, του τρόπου που ξέρουν να ζουν, το μοντέλο που αποδέχονται ως θεατές και μαζί ως συνένοχοι μετέχοντες.
Και δω υπάρχει ένα σημαντικό εύρημα του Αυδίκου, που δένει την αφήγηση, κατά την άποψή μου, με το ιδεολόγημά του. Ο συγγραφέας-ήρωας-της παρέας αφηγείται ιστορίες με πρόσωπα άγνωστα στους συνδιηγητές. Όσο προχωρά όμως αποκαλύπτονται πολλά. Κυρίως όμως αποκαλύπτεται ότι οι πρωταγωνιστές των ωραίων ιστοριών του είναι και οι ομοτράπεζοί του, τα μέλη δηλαδή της παρέας. Κάποτε ο αρχηγός, ο δημοσιογράφος δηλαδή, ο υποταγμένος, κι αυτός και η γραφή του και οι ιδέες του, στις εντολές του εκδότη, άλλοτε ο καθωσπρέπει εισαγγελέας, μπλεγμένος σε μία γαργαλιστική ιστορία με τρελούς έρωτες και άφθονο σεξισμό, μετά ο Παρδαλός που διάγει βίον έκκλητον στο περιθώριο της Συγγρού.
Τι ακριβώς υπονοεί ο Αυδίκος; Νομίζω ότι θέλει να μας πει με καθαρό τρόπο, πως όσο και αν βγάλουμε την ουρά μας έξω από τις ιστορίες άλλων, είμαστε εντός, όχι ως guest αλλά και επί της ουσίας. Όσο και να βολευόμαστε με τον εγωκεντρισμό του παρόντος, μετέχουμε δρωμένων που τα θεωρούμε πάθη των άλλων. Γιατί αυτό που ορίζουμε πάντα ως κοινωνία, συνέχεται μέσω του συλλογικού εγώ παρά τον κατακερματισμό και την απομόνωση.
Από την άλλη, το ζήτημα αξιολόγησης της κάθε ιστορίας, από τους ακροατές της παρέας ανοίγει το δεύτερο πεδίο ανάγνωσης του μυθιστορήματος, που αποκαλύπτεται σιγά-σιγά, καθώς αρτιώνεται η αφήγηση. Τα κριτήρια για την ελκυστικότητα των ιστοριών επαφύονται στις αισθητικές αξίες των μετεχόντων, στο σύστημα ιδεών που κυριαρχεί στην τηλεοπτική μας «δημοκρατία» αλλά και με βάση τα δεδομένα της σωρηδόν παραγόμενης λογοτεχνίας του παρόντος… Οι πρόδηλες πολιτικές νύξεις του Αυδίκου, για το εποικοδόμημα, θα έλεγα το σύστημα πολιτικών και πολιτιστικών αξιών που κυριαρχεί, μας παραθέτουν αυτό που ακριβώς πλείστοι Έλληνες πολίτες διαγιγνώσκουν αλλά … δεν ομολογούν…Απλά αφήνονται-αφηνόμαστε να μας παρασύρει…Βράζουμε στο ίδιο καζάνι που τα τελευταία χρόνια έχει πια και ένα κλείστρο στην κορυφή του.
Όλα αυτά, μέσα από τον λόγο του κεντρικού ήρωα του μυθιστορήματος του 50άρη συγγραφέα που ξεκινά με τα παθήματα του ρόλου του ως υπηρέτη του λόγου και της γραφής, που ψάχνει εναγωνίως υλικό καθώς έχει αναλάβει υποχρέωση να ολοκληρώσει σύντομα ένα μυθιστόρημα. Μέσα στην ιστορία του εμπλέκεται όλο το σύστημα και οι μηχανισμοί που παράγουν σήμερα πολιτισμό και ταυτόχρονα πολιτική. Διανοητές και δημοσιογραφία, ΜΜΕ, δικαστική εξουσία, περιθώριο, ομοφυλοφιλία, ρατσισμός, μετανάστες, περιβάλλον, η ελληνική επαρχία, ο έρωτας, η μοναξιά των ανθρώπων της μεγαλούπολης, η επικοινωνία εν πολλοίς, οι «έξω ιστορίες» και οι «μέσα ιστορίες», των ανθρώπων.
Μέσα από όλα αυτά ο Αυδίκος βασανίζεται και μας βασανίζει για το ρόλο της λογοτεχνίας σήμερα, και της λογοτεχνικής παραγωγής εν τέλει. Τι έχουμε να πούμε για όλα αυτά ως αναγνώστες;
Σήμερα που όλοι γράφουν, οι περισσότεροι αντιγράφουν θα έλεγα, τα πράγματα μας φέρνουν αντιμέτωπους με τη νέα πραγματικότητα, την εικονική. Μύθοι ξετυλίγονται με την τεχνική του ξεπέτα . Ο ένας κλέβει τις ιστορίες του άλλου, οι γραφές παράγονται κατά κόρον στην Μεγαλούπολη, που μοιάζει να έχει στερέψει από αληθινές ιστορίες, αναπαράγοντας την αισθητική των σχέσεων που αυτή δημιούργησε. Ποιος είναι λοιπόν ο ρόλος του Λογοτέχνη σήμερα;
Κατ’ αρχήν θα έλεγα ότι δικαιούται να ζήσει αλλιώς, να πει ότι η ζωή είναι αλλιώς, για να αποκτήσει πάλι βλέμμα, ακοή, αφή, μυρωδιές. Με αυτά τα αισθητήρια μπορεί ξανά να βουτήξει στο πέλαγος της αφήγησης.
Της αφήγησης που σήμερα δοκιμάζεται δραματικά, καθώς μάθαμε να ακούμε από την οθόνη μονοσήμαντα, που αναπαράγει τοπία χωρίς μυρωδιές, αγγίγματα, γεύσεις…
Και ο Αυδίκος εν τέλει μας λυτρώνει καθώς ο ήρωας του, ο συγγραφέας αποχωρεί από την παρέα, έχοντας αποκαλύψει με την ιστορία του, τους ρόλους των συνενόχων στο σύστημα, την παρέα … του Κολωνακίου.
Ο παρακμιακός συγγραφέας, που λέει ως εδώ…και φεύγει με την αγαπημένη του από το καφενείο, αφήνοντας πίσω την εικονική συντροφιά αλλά και τους ήρωες της αφήγησής του, που εμφανίζονται μαυροντυμένοι στο καφενείο σαν «από μηχανής θεοί» πάνω από το τραπέζι των συνδιηγητών.
Ως κατακλείδα θα χρησιμοποιήσω παράγραφο από μια κριτική προσέγγιση που βρήκα για το μυθιστόρημα σε blog στο διαδίκτυο., στις «ιχνηλασίες».
«Η επιλογή του Αυδίκου αποτελεί απάντηση στο κεντρικό ερώτημα. Και δεν αφορά μόνο τον ίδιο το Συγγραφέα. Αφορά όσους εμπλεκόμαστε ως αναγνώστες ή συγγραφείς με τη λογοτεχνία. Εν ολίγοις: ο κόσμος της λογοτεχνίας θα διατηρείται ψευδαισθησιακός, θα συνεχίζει να αυτοευνουχίζεται και να αυτοχειριάζεται, θα επιμένει να αναπαράγει τα αδιέξοδα στα οποία υποτίθεται ότι δίνει λύση, όσο παραμένει περίκλειστος στον εαυτό του, όσο αρνείται να γονιμοποιηθεί από την αληθινή ζωή, όσο συμβιβάζεται μ’ ό,τι αρνείται την αληθινή ζωή.
Η αξία του βιβλίου του Αυδίκου έγκειται στο ότι έθιξε το πρόβλημα της σημερινής λογοτεχνίας χωρίς περιστροφές….επιχείρησε να δώσει απαντήσεις. Και το πιο σημαντικό είναι ότι οι απαντήσεις αυτές περιέχουν αλήθειες που θα έπρεπε να ειπωθούν. Και καλώς ειπώθηκαν.»
Ελ.Σκάβδη
Οι ΣΥΝΕΝΟΧΟΙ του Γιώργου Ξένου
ΟΙ ΣΥΝΕΝΟΧΟΙ-Μυθιστόρημα
ΓΙΩΡΓΟΣ ΞΕΝΟΣ
Εκδόσεις Μαϊστρος, 2007-11-22
Μια προσωπική ανάγνωση
Η Ιστορία…
Η ιστορία ξεκινά από το Περιστέρι, ένα μικρό ημιορεινό χωριό της Ηλείας, στο Δήμο Αμαλιάδας. Είναι το 1954, ένα χρόνο μετά τους σεισμούς της Ζακύνθου. Είναι εκείνα τα πέτρινα χρόνια, τα μετεμφυλιακά….
Είναι και ο φόβος που κατατρώει τα σωθικά από πολλαπλές πηγές εκπορευόμενος. Εν αρχή είναι το «θεϊκό σημάδι» στον ουρανό, είναι οι ακρίδες που έπεσαν στο χωριό, που αφανίσανε μέχρι και το ρετσίνι από τις πεύκες του παρακείμενου δάσους, τη χρονιά που οι γίδες έμειναν στέρφες, τα χωράφια χέρσα, χρονιά που χαθήκανε δυο παλικάρια κοντά είκοσι χρονώ, σαν να άνοιξε η γη και να τα κατάπιε, αφού δεν τα ξανάδε ποτέ κανείς, τότε που η Μαριό έκανε τρίδυμα, ένα παιδί και δυο κορίτσια, τα κορίτσια τυφλά και τ’ αγόρι με ένα πόδι. Όσα κορίτσια την ίδια χρονιά τόλμησαν να απομακρυνθούν από το χωριό, βρεθήκανε βιασμένα και ημιλυπόθυμα…
Εκείνη τη χρονιά βρέθηκε γκρεμοτσακισμένος κι ένας νεαρός βοσκός, σε μια βαθειά ρεματιά του δάσους…
Οι Περιστεριώτες ψάχνουν τρόπο να ξορκίσουν το κακό. Οι μισοί επιστρατεύουν την αγιοσύνη και τον παπά Γιώργη, κι οι άλλοι μισοί, τη μάγισσα Σαράχ που εγκαθίσταται στο χωριό και φτιάχνει τα μαγικά της… Μετά από μέρες αυτοσυγκέντρωσης βγάζει η Σαράχ το χρησμό…
Κι όλα έγιναν όπως τα θέλησε η μάγισσα…Και τα μάγια λυθήκανε και το χωριό ξαναγύρισε στην κανονικότητά του, με τη χωροφυλακή διαρκώς παρούσα ακόμα, και τους μισούς από τους νέους του χωριού να παίρνουν των ομματιών τους για Αυστραλία, Γερμανία, Αμερική, μερικοί δεν θα ξαναγύριζαν ποτέ… Η μετανάστευση των Ελλήνων στο φόρτε της εκείνη την εποχή, που ερήμωσε χωριά και ύπαιθρο οριστικά και αμετάκλητα.
Έτσι ξεκινά το μυθιστόρημα. Μια πυκνή αλληλουχία συμβάντων και εικόνων, βαραίνει τη μικρή κοινότητα. Βαραίνει μαζί και τους ανθρώπους της. Τη Θάλεια Σούρπη μια γυναίκα κοντά 50 χρονών, γυναίκα του Ισίδωρου, μάννα της 15χρονης Βαγγελιώς ή Εύας, που ο άντρας της ήταν ο βοσκός που βρέθηκε τσακισμένος στο γκρεμό, από άγνωστη αιτία, εκείνες τις μέρες του κακού. Μικροπαντρεμένη με το ζόρι η Εύα, ανήμερα της Αγίας Αικατερίνης του 1954, γεννάει το μοναδικό της παιδί. Τι μανούβρες της γέννας επιχειρεί η μαμή του χωριού…
Το κορίτσι που γεννιέται είναι η Ισμήνη, ή Σμινιό. Που μεγαλώνει κοντά στη γιαγιά, τη Θάλεια, αφού η μάνα της η Εύα, ένα πανέμορφο πλάσμα, ξεπορτίζει διαρκώς. Με ένα σαραβαλάκι αυτοκίνητο κατεβαίνει κάθε μέρα στη διπλανή πόλη, την Αμαλιάδα αφοσιωμένη σε ερωτοδουλειές. Η Σμινιώ ορφανή από πατέρα, με μια μάννα διαρκώς απούσα, που από ένα χρονικό σημείο φεύγει για άγνωστο προορισμό…
Και η Ισμήνη μένει να μεγαλώνει σαν αγρίμι του δάσους. Το δάσος του Περιστεριού είναι η καταφυγή, ο παράδεισός της, ένα θεσπέσιος κήπος στον οποίον βιώνει όλες τις μεγάλες στιγμές της εφηβείας. Από εκεί λες πώς αρχίζουν κι εκεί τελειώνουν όλα…για τη Σμινιώ..
(Το δάσος, μεγάλο μέρος του οποίου κάηκε φέτος στις φωτιές του Αυγούστου).
Στο πρώτο κεφάλαιο του μυθιστορήματος ο συγγραφέας συμπυκνώνει με εξαιρετικό τρόπο, τη «Γένεση» του κόσμου του … Ένας κόσμος σκληρός, υπερβολικά φοβισμένος, κόσμος ριζωμένος σε φυσικό περιβάλλον, λουσμένος στη μαγεία των φωτοσκιάσεών του δάσους, που μεταδίδει στους ανθρώπους μεταφυσικές βεβαιότητες και τους μαθαίνει να επιβιώνουν σε μετέωρες ισορροπίες… Κόσμος περιβεβλημένος από γη και ύδωρ, μαγεία και πραγματικότητα, ένοχα μυστικά και κυρίως τολμηρά και ανομολόγητα όνειρα. Σε αυτό το σκληρό τοπίο του ελληνικού Νότου, που οι άνθρωποι δουλεύουν όλη μέρα στα χωράφια και στα κτήματα με τα ζωντόβολα, τα μαρτίνια και τα κοτερά τους, παρά την αταξία, υπάρχει μια «σειρά» που τρέφει το μύθο. Την καθορίζουν τα γνωστά και αυστηρά στερεότυπα της ελληνικής υπαίθρου. Γυναίκες-που γίνονται άνδρες στη δουλειά, υποτακτικές στο ρόλο-ρόλους που τους έχουν ανατεθεί, άνδρες κουρασμένοι και καταθλιπτικοί, άντρες αφέντες, σε δεύτερο πλάνο πάντα, πίσω από τις κυρίαρχες ηρωϊδες, παιδιά και τσούπες… Παπάδες, με αποστολή τη «σωτηρία» της ψυχής των αμαρτωλών, «σαλεμένοι», κουτσομπόλες, χωροφύλακες… Ένας κόσμος που υπηρετεί την παράδοση, μυείται στα δρώμενά της, ακόμα και αν αμφισβητεί τα ελέη τους, κόσμος που πιστεύει τόσο στους Θεούς όσο και στους δαίμονες… Ένα στοιχείο μόνο δείχνει να συνέχει την μικρή κοινωνία, αυτό που αφορά τη θέση του απέναντι στην εξουσία της χωροφυλακής που κάνει πυκνές εφόδους στο χωριό.
Στη βάση του σκηνικού η ερωτική ιστορία της Εύας και του Πριονά, ενός εισαγγελέα που υπηρετεί στην πόλη, 15 χιλιόμετρα μακριά. Καρπός του έρωτα η Ισμήνη, η οποία όμως θεωρεί πατέρα της τον νεκρό βοσκό, σύζυγο της Εύας με παπά και κουμπάρο. Στην περιπλοκή αυτής της υπόθεσης, που περιλαμβάνει και μια δολοφονία, ο Γιώργος Ξένος δομεί το μυθιστόρημά του. Η ιστορία από μόνη της τροφοδοτεί την εξέλιξη, δεν είναι όμως αυτή που κάνει την ανάγνωση γοητευτική. Ο συγγραφέας άλλωστε ομολογεί δημόσια, πως η υπόθεση δεν τον ενδιαφέρει, απλά τον βοηθά να εξελίξει τη γραφή. Οι ήρωες έχουν σημασία, γι’ αυτόν, που οδηγούν από μόνοι τους την έκβαση του μύθου. Για την ηρωίδα του άλλωστε μου έγραψε τα παρακάτω:
"Η Ισμήνη, η πρωταγωνίστρια του έργου, με την εύφλεκτη αγκαλιά της και τις υπαρξιακές ανατροπές της, δεν είναι παρά ένα «πειραματικό Εγώ», φυλακισμένο σε μια ατέρμονη καθημερινότητα, που παρόλο που ζει και σκοντάφτει σʼ ένα σκοτάδι γεμάτο εμπόδια από το παρόν και το παρελθόν, διασώζεται σκεπτόμενη πως, όσο υπάρχει το «Εμείς», ο θάνατος δεν πλησιάζει."
Στο δεύτερο μέρος του μυθιστορήματος ο συγγραφέας ακολουθεί την Ισμήνη στην ενήλικη ζωή της στην Αθήνα. Είναι μια από τις πιο διάσημες δικηγόρους της πρωτεύουσας, έχει κάνει ζηλευτή καριέρα, και μαζί χρήματα. Το χωριό μένει πίσω. Εκεί έχει απομείνει η γιαγιά Θάλεια, που θα καταφύγει στο γειτονικό μοναστήρι της Ανάληψης, όταν γεράσει, ανοϊκή πια. Και η Εύα, η μητέρα της Ισμήνης, βρίσκεται στις Βρυξέλες παντρεμένη με πλούσιο επιχειρηματία. Η Ισμήνη, έχει προλάβει να παντρευτεί κι αυτή και να πάρει διαζύγιο…
Ο συγγραφέας πριν μας παραδώσει την ηρωϊδα του χειραφετημένη και πετυχημένη Δικηγόρο, την περνά αριστουργηματικά-συμβολικά από το στάδιο συνειδητοποίησης του φύλου… Είναι ένα απόσπασμα από τα πιο ενδιαφέροντα του μυθιστορήματος, που με την παράθεσή του αλλάζει εντελώς την ατμόσφαιρα, για την ακρίβεια τον τρόπο με τον οποίον αντιμετωπίζεται στο εξής, σε ένα εσώτερο πεδίο, η ηρωϊδα. «Η πρώτη αγάπη της Ισμήνης –γράφει-είχε δυο κίτρινες φολίδες στο κεφάλι και ένα σωρό μικροσκοπικά σημαδάκια στη ράχη…»
Το ξένοιαστο και απαλλαγμένο νευρώσεων αγρίμι του χωριού, είναι ήδη μια γυναίκα μόνη, που θέλει να κατακτήσει τα πάντα… Μεταμορφωμένη σε «άντρα» της ζωής της, μοιάζει στερημένη παρά το χλιδάτο των κατακτήσεών της. Μέχρι τη στιγμή που αποφασίζει την επιστροφή… Με παλίνδρομη διάθεση ξεκινά για το χωριό, σαν ένα ταξίδι αναψυχής παρά νοσταλγίας. Δείχνει ότι δεν θέλει να θυμάται…Διχασμένη, «στραπατσαρισμένη» την χαρακτηρίζει ο συγγραφέας , και ταυτόχρονα ρωμαλέα, αστραφτερή, απρόβλεπτη…
Στο τρένο για το ταξίδι της επιστροφής απολαμβάνει το «δρόμο» ξεκινώντας κατ’ αρχήν από τη γεωγραφία…
Στο τρένο θα γνωρίσει τον Αχιλλέα…. Τον «από μηχανής Θεό» του μυθιστορήματος, ένα σωτήρα σχεδόν και για την Ισμήνη και για τη λύση. Ο Αχιλλέας γίνεται το λιμάνι της, ο παράφορος έρωτας, εισαγγελέας όπως και ο Πριονάς, που συμπωματικά γνωρίζει λεπτομέρειες για τα «αστυνομικής υφής» παρελθόντα του βίου της… Στην λεωφόρο Όθωνος Αμαλίας της Αμαλιάδας, σε ένα σπίτι θα συναντηθούν…
Οι χαρακτήρες της ιστορίας εκπροσωπούν αρχετυπικά σχεδόν μοτίβα της ελληνικής κοινωνικής ζωής και της διαδρομής της-διαδρομών που έγιναν τα τελευταία 50 χρόνια… Ήρωες που ζουν στο χωριό το μαγικό ρεαλισμό παράλληλα με τους αυστηρούς κανόνες που πρέπει να διέπουν το βίο, στο πολιτικό και ηθικό πεδίο, ιδιαιτέρως όσον αφορά τα θηλυκά. Ήρωες εξελισσόμενοι, μεταφερόμενοι εκτός «σκηνής» από το χωριό στην πόλη, και από εκεί στην πρωτεύουσα, οι οποίοι υποσκάπτονται από τον συγγραφέα, αφήνονται να εμπλακούν στα γρανάζια της μοίρας και των νατουραλιστικών διαθέσεών του. Υπάρχει διαρκώς στο μυθιστόρημα ένας ανοιχτός δίαυλος επικοινωνίας μεταξύ του πραγματικού και του αλλόκοτου, του παρελθόντος και του παρόντος, υπάρχουν αναδρομές, που οδηγούν σε ανατροπές από τις βεβαιότητες για τα πρόσωπα και τους ήρωες.. Όλα αυτά στην ράχη της ηρωϊδας Ισμήνης, που μοιάζει να μεταμορφώνεται διαρκώς.
Ο Γιώργος Ξένος δομεί το μύθο του πάνω σε ένα τρίσημο σύμβολο: Θάλεια-Εύα-Ισμήνη. Τρεις γυναίκες που διαπλέκονται ως φιγούρες πάσχουσες, η κάθε μια σύμβολο της εποχής της, με τις ιεραρχήσεις και τις αξίες της. Είναι η βάση της αφήγησής του, ο ρόλος της γυναίκας, έτσι όπως τον ξέρουμε να αλλάζει από μάνα σε κόρη. Εν αρχή η γιαγιά Θάλεια, που μισεί τα θηλυκά και τη μοίρα τους, μια φιγούρα που νομίζεις πως δραπετεύει από τις σελίδες του Παπαδιαμάντη. Η Μωραϊτισσα κυρά και μάννα, που υπομένει όμως γιατί πρέπει να βγάλει πέρα τη ζωή που της ανατέθηκε… Που καταλήγει ανοϊκή σε μοναστήρι…έχοντας απωλέσει και μνήμη και ταυτότητα.
Ακολουθεί η κόρη της Εύα που δρομολογεί τη ζωή της στα πρότυπα της μάνας, επειδή όμως δεν αντέχει τολμά την επανάσταση και ξεφεύγει… «Ο άνδρας της την έδερνε κι ας ήταν 6 μηνών έγκυος…» Το τίμημ της φυγής της σκληρό, η στέρηση της μονάκριβής της. Στη απόληξη αυτής της συνέχειας η Ισμήνη. Ένα πλάσμα χωρίς φύλο σχεδόν, μέχρι που αποφασίζει να επιστρέψει εκεί που ξεκίνησε, στο πατρικό, στα πατρογονικά.
Η ανατομία της ενδιαφέρουσα για το μοντέλο γυναίκας που γεννά ο συγγραφέας. Παραδομένη στο ένστικτο και την επιθυμία, οργανώνει μια απόκρυφη ζωή για να ανακαλύψει τα όριά της, κυλιέται στη χλόη και στα στρώματα με φαλλικά σύμβολα, ένας θηλυκός άντρας, και μαζί μια μικρή θεά, εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα αλλά και γυναίκα εκ της οποίας ερρύη τα κρείτονα.
Ο Γιώργος Ξένος συνέλαβε με τους ΣΥΝΕΝΟΧΟΥΣ ένα εντελώς δικό του σχήμα κατανόησης της ανθρώπινης κατάστασης, έγκυρο και ειλικρινές, βιωμένο δηλαδή, από την ελληνική πραγματικότητα.
Και μας έδωσε ένα πολύσημο μυθιστόρημα. Που κατά την δική μου εκτίμηση διαθέτει όλα τα μέσα μιας δημόσιας εξομολόγησης, την οποία επιχειρεί η γραφή για να ξορκίσει αυτά που τραυματίζουν είτε ως ενοχή είτε σαν στέρηση..
Με τον συγγραφέα γνωρίστηκα μέσω της γραφής, ιδιαίτερα δε μέσα από το βιβλίο που παρουσιάζουμε σήμερα. Διάβασα τους Συνένοχους από το δοκίμιο ακόμα, που αποτέλεσε για μένα μια ενδιαφέρουσα έκπληξη. Αναγνώρισα στην αφήγηση τον τόπο, αλλά και τα πρόσωπα των ηρώων-γυναικών πάνω στις οποίες έστησε το έργο του. Και φυσικά αναζητώντας το ιδεολόγημά του, κατέληξα στην άποψη ότι ο Ξένος, πρωτίστως ενδιαφέρεται για ένα τόπο, ου-τόπο, για την ουτοπία, ένα τοπίο μυστικό- στο οποίο μπορούν να χωρέσουν και τα ιερά και όσια και τα βέβηλα και τα παράδοξα… Όλα μαζί, διαπλεκόμενα με αλήθειες και ψέματα και κοινό παρανομαστή μιαν αυταπάτη... Η αιωνιότητα που πρέπει να κερδίσουμε, στις προθέσεις του, δια της βαθύτερης θέασης του έσω κόσμου, που μπορεί να είναι κοινός και συλλογικός, διαθέτοντας παράλληλα και μια μοναδική αυτονομία…
Η Ισμήνη, η απόληξη της γυναικείας αλυσίδας που οργανώνει στο μυθιστόρημα, είναι ένα πλάσμα μοναδικό που βρίσκεται διαρκώς σε εγρήγορση. Στο νου της μια διαρκής ροή σκέψης, εικόνων και μνήμης που αναζητούν τρόπο να εκφραστούν. Χαρακτηρίζουν με μεγάλη σαφήνεια τον πόθο της αναζήτησης της ανάγκης για επιστροφή σε κάποιον χαμένο παράδεισο. Δεν ξέρω αν τον βρίσκει, το μυθιστόρημα δίνει τις συμβολικές απαντήσεις του, η ερμηνεία επαφίεται στην εκτίμηση του κάθε αναγνώστη ξεχωριστά.
Εκείνο που μπορώ με σαφήνεια να διατυπώσω για την ηρωϊδα, είναι ότι η Ισμήνη είναι μια πολίτης του συγχρόνου κόσμου, με καταπιεσμένες μνήμες. Γιατί οι γυναίκες από τις οποίες προέρχεται της έμαθαν ότι παράλληλα με τους περιορισμούς που έθεταν οι κανόνες του χωριού στο τι ένα θηλυκό επιτρέπεται να τολμήσει, έθεσαν και παρόμοια όρια στο τι δικαιούται να σκέφτεται…
Δεν αποτολμώ να «ψυχαναλύσω» τους ήρωες, έστω κι αν όλοι γνωρίζουμε ότι η ψυχανάλυση παραμένει για την προσέγγιση της λογοτεχνίας ένα από τα κυρίαρχα ερμηνευτικά όργανα. Και η γραφή του Ξένου μας δίνει «χέρι» για μια τέτοια απόπειρα, αφού στο έργο ψυχογραφεί διαρκώς τις τρεις γυναίκες του. Αφήγηση γεμάτη όνειρα, σύμβολα, μαγεία, ερωτισμό, όλη σχεδόν τη φροϋδική θεματολογία…
Κατά βάθος, αυτή η καταπιεσμένη μνήμη είναι η πηγή των νευρώσεών μας. Το πώς θα θεραπευθούμε είναι δουλειά της ψυχανάλυσης ίσως, μπορεί και της λογοτεχνίας. Το συμπέρασμά μου από τους Συνένοχους, ρευστό μεν, αισιόδοξο δε. Τίποτα από το παρελθόν δεν είναι παλιό, αν δεν έχει πεθάνει μέσα μας. Και τίποτε από το παρόν δεν είναι νέο, αν δεν το έχουμε καταλάβει και αποδεχθεί…ως αναγκαίο για τη συνέχεια.
Και η συνέχεια είναι το διηνεκές, χωρίς όρια στην τόλμη του να ζεις και ν’ αγαπάς για να μαθαίνεις… Η Ισμήνη θεραπεύεται με τον έρωτα και με την τόλμη της να επιστρέψει εκεί που απέθεσε το τραύμα… Η Εύα, θεραπεύτηκε νωρίς, επειδή τόλμησε την φυγή στην ελευθερία, πληρώνοντας ακριβό τίμημα. Εκείνη που δεν τα κατάφερε, είναι η Θάλεια, που παρέμεινε πιστή στη σύμβαση του ρόλου σε όλη της τη σκληρή ζωή… Η Θάλεια της άνοιας, που κλεισμένη στο Μοναστήρι, δεν θυμάται πια, δεν αγαπά, και δεν λυπάται… άρα δεν έχει πια θέση και ρόλο….
Ελένη Σκάβδη
Asimokapnismeni
“Αλεξανδρούπολη μεριά, σκληρός Απρίλης”*
Πάει κι ο Απρίλης, ένας μήνας «σκληρός», που καταφέρνει «μετάβαση» στο θέρος με τα γυρίσματά του καιρού του. Ο Απρίλης του Πάσχα, της Λαμπρής, και της Ανάστασης… Επηρεασμένη από τον καιρό και την κυκλοθυμία του, βγαίνω από τη Λαμπρή με φαύλη διάθεση, μια διάθεση που έχει σχέση κυρίως με την περιρρέουσα πολιτική ατμόσφαιρα, την ανεπάρκεια κυβερνώντων και αντιπολιτευόμενων, την αμεριμνησία Αριστεράς και συμπορευομένων… Υπό διάλυση ΕΣΥ και Νοσοκομεία, εδώ και δυο μήνες οι γιατροί κάνουν επίσχεση εργασίας στον Πύργο για τα δεδουλευμένα των εφημεριών τους και ο υπουργός βγαίνει στα κανάλια με δηλώσεις για το «Μακεδονικό»! Ο άνθρωπος ακόμα κατατρέχεται από το σύνδρομο του «ανολοκλήρωτου» διπλωμάτη, άλλοτε πάλι από εκείνο του πρώην Δημάρχου του κλεινού Άστεως… Ιδέαν δεν έχει ακόμα ότι εδώ και τρία χρόνια είναι υπουργός Υγείας, αναρωτιέμαι αν ξέρει για την επίσχεση στα περισσότερα επαρχιακά δημόσια Νοσοκομεία…
Στην Ελλάδα βέβαια του 2008, έχουν παντού διασπαρθεί με ευρωπαϊκή χρηματοδότηση τα νέα Ιδιωτικά Θεραπευτήρια, ως ξενοδοχεία Πολυτελείας, «καταφυγή» νοσούντων από την Επαρχία, που σπεύδουν μεν στο δικό τους ευάερον και ευήλιον Δημόσιο Νοσοκομείο, γιατρούς όμως να εφημερεύουν δεν βρίσκουν, κι έτσι, αν δεν είναι «ΟΓΑ» σπεύδουν στο ιδιωτικόν. Εκεί βέβαια ο «χασές» περιλαμβάνει μαζί με τα νοσήλια του Ταμείου και τον γνωστό «αέρα»!!!
Πριν λίγες μέρες, συνομιλώντας με φίλο γιατρό, μου ανέφερε τα σχετικά. Έκανε εγχείρηση κοίλης σε ιδιωτικό θεραπευτήριο… νοσηλεύτηκε για ένα 24ωρο, πλήρωσε το κραταιό Ταμείο του και το καπέλο 700 ευρώ!!! «Μαύρα;», τον ρώτησα. «Μαύρα, αφού έτσι είναι το καθεστώς…», μου απάντησε…
Είναι η πάταξη της «διαπλοκής» που διατυμπάνιζε ο Πρωθυπουργός, προεκλογικά!!!
Όμως η κυβερνητική πολιτική ένα στόχο έχει! Τζίρος να γίνεται με μονομερή κατεύθυνση…
Ακούω για χιλιοστή φορά τα της αξίας των αγωγών από τη Ρωσία, τα της εγκαρδίου συνεννοήσεως Καραμανλή-Πούτιν, έπηξα κυριολεκτικά στο μέτρημα των ταξιδιών Καραμανλή στη Μόσχα για τα …έλαια και τα αέρια, έπηξα και με το επικοινωνιακό παιχνίδι περί αυτών που διεξάγεται με συνεπή περιοδικότητα τα τελευταία χρόνια. Νισάφι πια κι αυτό το εμπεδώσαμε… Ελλάς-Ρωσία, εγκάρδιος φιλία, και σταυροδρόμι της ενέργειας, άντε και χορτάσαμε! «Έξω, καλά τα πάτε», ρίξτε μια ματιά και στα «έσω», που θα έλεγε και ο γέρος Καραμανλής, για τον οποίο έκανε χθες ένα τηλεοπτικό αφιέρωμα ο Μανόλης Κοττάκης… Τον ξέρετε βέβαια τον Κοττάκη, οι περισσότεροι Κομοτηναίοι τον θυμούνται μεταξύ 1990-1993, στην ΕΡΑ και στο Γραφείο Τύπου του Νομάρχη, του κ. Καραχάλιου, που τον έχρισε ο Μητσοτάκης και μετά αποχώρησε με την «υπέρβαση» Σαμαρά, για την ΠΟΛΑΝ, μια «Άνοιξη» που άντεξε λιγάκι… Τίποτε καινούριο δεν μας έδωσε για τον Καραμανλή η εκπομπή, θα άξιζε ίσως να μάθουμε και μερικά για τον «Καραμανλή με τις παντούφλες», όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο Δημήτρης Ρίζος…
Από την άλλη, διαβάζω τα σχετικά με την επισιτιστική κρίση (sic), την πείνα δηλαδή για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, στον τρίτο κόσμο κι αναρωτιέμαι αν η στάση ημών, εδώ στον παράδεισο της μάσας και της παχυσαρκίας, αρκεί για να μας απαλλάξει από ευθύνες και ενοχές… Αποφάσισαν διάβασα, οι του ΟΗΕ, τη συγκρότηση «πυρήνα» διαχείρισης της … κρίσης από το σύνολο των Υπηρεσιών του ΟΗΕ και την Παγκόσμια Τράπεζα ... Το τι θα κάνει ο «πυρήνας» δεν έχω ακόμα καταλάβει, θα τελεί-λένε- υπό την άμεση εποπτεία του Μπαν Γκι-μουν και ρόλο συντονιστή θα έχει ο αναπληρωτής Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ Τζον Χολμς.
Τα αποτελέσματα της παγκοσμιοποίησης και της «ελεύθερης αγοράς» που ευλογούν εδώ και μια δεκαετία σοσιαλίζοντες και φιλελεύθεροι, μας κουνούν τώρα το μαντήλι… Βλέπετε, στην οικονομία, οι νόμοι της προσφοράς και της ζήτησης, δια των οποίων «ελεύθερα» οργανώνονται οι τιμές των προϊόντων, και φυσικά γιγαντώνονται τα έσοδα των κατεχόντων, κάποια στιγμή θα είχαν τα αποτελέσματα και στην κοινωνία… Σαν τους Μαυραγορίτες της Κατοχής οι «έχοντες» κανόνισαν να έχουν φυλαγμένα στα υπόγεια και τις αποθήκες, ρύζια, σιτάρια, καλαμπόκια, για να τα ρίξουν στην αγορά σε εποχές μειωμένης προσφοράς και να πετύχουν «καλή τιμή»! Αποτέλεσμα, να λένε στις τρίτες χώρες το ψωμί -«ψωμάκι» κι έπειτα να αφυπνίζεται ο ΟΗΕ…Τόσο απλά και ανάλγητα.
Δεν γράφω τίποτε για το παιχνίδι των τιμών του πετρελαίου, που αν το δει κανείς «πακέτο» με την ισοτιμία ευρώ-δολαρίου θα καταλάβει τι μας περιμένει…
Ο θυμός μου με όλα τα ανωτέρω απογειώνεται και γίνεται οργή όταν συνειδητοποιώ το ποιος διαχειρίζεται σήμερα τα του δικαιώματος στην δουλειά ιδιαιτέρως των νέων ανθρώπων… «Ενδιάμεσοι φορείς», παλιά τους λέγαμε «μεσάζοντες» και στις αναλύσεις θεωρητικών για την Ελλαδίτσα και τις «τάξεις», «μεταπράτες». Η γλώσσα όμως άλλαξε καταλυτικά, η πολιτική ορολογία πηγάζει απευθείας από τη μετάφραση «ευρωπαϊκών» όρων, καταλήγοντας σε μια φραγκολεβαντίνικη επικοινωνία, ακατανόητη και εν πολλοίς δυσνόητη!
Δεν μπορούμε πια να ορίσουμε την πραγματικότητα, άρα δεν μπορούμε και να εξηγήσουμε τις πηγές της κακοδαιμονίας μας.
Και το κυριότερο: αν τολμήσεις να αμφισβητήσεις το «ευρωπαϊκό καθεστώς» σε λένε γραφικό και δογματικό μαζί, και σε καταδικάζουν να καείς στην μοναχικότητα του περιθωρίου… Παραδείγματα τέτοιας περιθωριακής στάσης και σκέψης υπάρχουν πολλά. Κρυμμένα ερμητικά σε τείχη… Ανάμεσά τους κι εγώ, που ευτυχώς, βρήκα παράθυρο στον Παρατηρητή, ενίοτε και στα ώτα μετρημένων πια φίλων από τα παλιά.
Βγήκα οργισμένη από το Πάσχα! Θέλω να μοιραστώ το θυμό μου μαζί σας. Για να ξορκίσω την ένταση όλη τη μέρα χθες άκουγα μουσική και διάβαζα στίχους. Από τα ακούσματα κράτησα για τη σελίδα το πιο νοσταλγικό, σε μουσική Χρ. Νικολόπουλου με τη φωνή του Δημήτρη Μητροπάνου… Σε στίχους φυσικά του Αλεξανδρουπολίτη Λευτέρη Χαψιάδη… Σας το αφιερώνω, Αλεξανδρουπολίτες και μη… Αφού μια είναι η ουσία… Όλες οι επαρχίες έχουν πάντα την ίδια εικόνα, όταν νοσταλγείς και θυμάσαι…
Αλεξανδρούπολη μεριά, βαρύς χειμώνας.
Μέσα στο χιόνι βουτηγμένος ο στρατώνας.
Τα γράμματά σου όσο πάνε λιγοστεύουν
κι εγώ ζηλεύω τις παλιές σειρές που φεύγουν.
Τα σύνορα είναι τιμή, δεν είναι τιμωρία.
Εμένα όμως με τιμώρησες εσύ.
Χωρίσαμε και έγινε η θητεία
μια καταδίκη με ισόβια ποινή.
Αλεξανδρούπολη μεριά, σκληρός Απρίλης
κι ούτ’ ένα μήνυμα δεν είπες να μου στείλεις.
Ένας φαντάρος από αγάπη προδομένος
μοιάζει να είναι μες στη μάχη λαβωμένος.
Τα σύνορα είναι τιμή, δεν είναι τιμωρία.
Εμένα όμως με τιμώρησες εσύ.
Χωρίσαμε και έγινε η θητεία
μια καταδίκη με ισόβια ποινή.
Φιλιά!!!
Πάει κι ο Απρίλης, ένας μήνας «σκληρός», που καταφέρνει «μετάβαση» στο θέρος με τα γυρίσματά του καιρού του. Ο Απρίλης του Πάσχα, της Λαμπρής, και της Ανάστασης… Επηρεασμένη από τον καιρό και την κυκλοθυμία του, βγαίνω από τη Λαμπρή με φαύλη διάθεση, μια διάθεση που έχει σχέση κυρίως με την περιρρέουσα πολιτική ατμόσφαιρα, την ανεπάρκεια κυβερνώντων και αντιπολιτευόμενων, την αμεριμνησία Αριστεράς και συμπορευομένων… Υπό διάλυση ΕΣΥ και Νοσοκομεία, εδώ και δυο μήνες οι γιατροί κάνουν επίσχεση εργασίας στον Πύργο για τα δεδουλευμένα των εφημεριών τους και ο υπουργός βγαίνει στα κανάλια με δηλώσεις για το «Μακεδονικό»! Ο άνθρωπος ακόμα κατατρέχεται από το σύνδρομο του «ανολοκλήρωτου» διπλωμάτη, άλλοτε πάλι από εκείνο του πρώην Δημάρχου του κλεινού Άστεως… Ιδέαν δεν έχει ακόμα ότι εδώ και τρία χρόνια είναι υπουργός Υγείας, αναρωτιέμαι αν ξέρει για την επίσχεση στα περισσότερα επαρχιακά δημόσια Νοσοκομεία…
Στην Ελλάδα βέβαια του 2008, έχουν παντού διασπαρθεί με ευρωπαϊκή χρηματοδότηση τα νέα Ιδιωτικά Θεραπευτήρια, ως ξενοδοχεία Πολυτελείας, «καταφυγή» νοσούντων από την Επαρχία, που σπεύδουν μεν στο δικό τους ευάερον και ευήλιον Δημόσιο Νοσοκομείο, γιατρούς όμως να εφημερεύουν δεν βρίσκουν, κι έτσι, αν δεν είναι «ΟΓΑ» σπεύδουν στο ιδιωτικόν. Εκεί βέβαια ο «χασές» περιλαμβάνει μαζί με τα νοσήλια του Ταμείου και τον γνωστό «αέρα»!!!
Πριν λίγες μέρες, συνομιλώντας με φίλο γιατρό, μου ανέφερε τα σχετικά. Έκανε εγχείρηση κοίλης σε ιδιωτικό θεραπευτήριο… νοσηλεύτηκε για ένα 24ωρο, πλήρωσε το κραταιό Ταμείο του και το καπέλο 700 ευρώ!!! «Μαύρα;», τον ρώτησα. «Μαύρα, αφού έτσι είναι το καθεστώς…», μου απάντησε…
Είναι η πάταξη της «διαπλοκής» που διατυμπάνιζε ο Πρωθυπουργός, προεκλογικά!!!
Όμως η κυβερνητική πολιτική ένα στόχο έχει! Τζίρος να γίνεται με μονομερή κατεύθυνση…
Ακούω για χιλιοστή φορά τα της αξίας των αγωγών από τη Ρωσία, τα της εγκαρδίου συνεννοήσεως Καραμανλή-Πούτιν, έπηξα κυριολεκτικά στο μέτρημα των ταξιδιών Καραμανλή στη Μόσχα για τα …έλαια και τα αέρια, έπηξα και με το επικοινωνιακό παιχνίδι περί αυτών που διεξάγεται με συνεπή περιοδικότητα τα τελευταία χρόνια. Νισάφι πια κι αυτό το εμπεδώσαμε… Ελλάς-Ρωσία, εγκάρδιος φιλία, και σταυροδρόμι της ενέργειας, άντε και χορτάσαμε! «Έξω, καλά τα πάτε», ρίξτε μια ματιά και στα «έσω», που θα έλεγε και ο γέρος Καραμανλής, για τον οποίο έκανε χθες ένα τηλεοπτικό αφιέρωμα ο Μανόλης Κοττάκης… Τον ξέρετε βέβαια τον Κοττάκη, οι περισσότεροι Κομοτηναίοι τον θυμούνται μεταξύ 1990-1993, στην ΕΡΑ και στο Γραφείο Τύπου του Νομάρχη, του κ. Καραχάλιου, που τον έχρισε ο Μητσοτάκης και μετά αποχώρησε με την «υπέρβαση» Σαμαρά, για την ΠΟΛΑΝ, μια «Άνοιξη» που άντεξε λιγάκι… Τίποτε καινούριο δεν μας έδωσε για τον Καραμανλή η εκπομπή, θα άξιζε ίσως να μάθουμε και μερικά για τον «Καραμανλή με τις παντούφλες», όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο Δημήτρης Ρίζος…
Από την άλλη, διαβάζω τα σχετικά με την επισιτιστική κρίση (sic), την πείνα δηλαδή για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, στον τρίτο κόσμο κι αναρωτιέμαι αν η στάση ημών, εδώ στον παράδεισο της μάσας και της παχυσαρκίας, αρκεί για να μας απαλλάξει από ευθύνες και ενοχές… Αποφάσισαν διάβασα, οι του ΟΗΕ, τη συγκρότηση «πυρήνα» διαχείρισης της … κρίσης από το σύνολο των Υπηρεσιών του ΟΗΕ και την Παγκόσμια Τράπεζα ... Το τι θα κάνει ο «πυρήνας» δεν έχω ακόμα καταλάβει, θα τελεί-λένε- υπό την άμεση εποπτεία του Μπαν Γκι-μουν και ρόλο συντονιστή θα έχει ο αναπληρωτής Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ Τζον Χολμς.
Τα αποτελέσματα της παγκοσμιοποίησης και της «ελεύθερης αγοράς» που ευλογούν εδώ και μια δεκαετία σοσιαλίζοντες και φιλελεύθεροι, μας κουνούν τώρα το μαντήλι… Βλέπετε, στην οικονομία, οι νόμοι της προσφοράς και της ζήτησης, δια των οποίων «ελεύθερα» οργανώνονται οι τιμές των προϊόντων, και φυσικά γιγαντώνονται τα έσοδα των κατεχόντων, κάποια στιγμή θα είχαν τα αποτελέσματα και στην κοινωνία… Σαν τους Μαυραγορίτες της Κατοχής οι «έχοντες» κανόνισαν να έχουν φυλαγμένα στα υπόγεια και τις αποθήκες, ρύζια, σιτάρια, καλαμπόκια, για να τα ρίξουν στην αγορά σε εποχές μειωμένης προσφοράς και να πετύχουν «καλή τιμή»! Αποτέλεσμα, να λένε στις τρίτες χώρες το ψωμί -«ψωμάκι» κι έπειτα να αφυπνίζεται ο ΟΗΕ…Τόσο απλά και ανάλγητα.
Δεν γράφω τίποτε για το παιχνίδι των τιμών του πετρελαίου, που αν το δει κανείς «πακέτο» με την ισοτιμία ευρώ-δολαρίου θα καταλάβει τι μας περιμένει…
Ο θυμός μου με όλα τα ανωτέρω απογειώνεται και γίνεται οργή όταν συνειδητοποιώ το ποιος διαχειρίζεται σήμερα τα του δικαιώματος στην δουλειά ιδιαιτέρως των νέων ανθρώπων… «Ενδιάμεσοι φορείς», παλιά τους λέγαμε «μεσάζοντες» και στις αναλύσεις θεωρητικών για την Ελλαδίτσα και τις «τάξεις», «μεταπράτες». Η γλώσσα όμως άλλαξε καταλυτικά, η πολιτική ορολογία πηγάζει απευθείας από τη μετάφραση «ευρωπαϊκών» όρων, καταλήγοντας σε μια φραγκολεβαντίνικη επικοινωνία, ακατανόητη και εν πολλοίς δυσνόητη!
Δεν μπορούμε πια να ορίσουμε την πραγματικότητα, άρα δεν μπορούμε και να εξηγήσουμε τις πηγές της κακοδαιμονίας μας.
Και το κυριότερο: αν τολμήσεις να αμφισβητήσεις το «ευρωπαϊκό καθεστώς» σε λένε γραφικό και δογματικό μαζί, και σε καταδικάζουν να καείς στην μοναχικότητα του περιθωρίου… Παραδείγματα τέτοιας περιθωριακής στάσης και σκέψης υπάρχουν πολλά. Κρυμμένα ερμητικά σε τείχη… Ανάμεσά τους κι εγώ, που ευτυχώς, βρήκα παράθυρο στον Παρατηρητή, ενίοτε και στα ώτα μετρημένων πια φίλων από τα παλιά.
Βγήκα οργισμένη από το Πάσχα! Θέλω να μοιραστώ το θυμό μου μαζί σας. Για να ξορκίσω την ένταση όλη τη μέρα χθες άκουγα μουσική και διάβαζα στίχους. Από τα ακούσματα κράτησα για τη σελίδα το πιο νοσταλγικό, σε μουσική Χρ. Νικολόπουλου με τη φωνή του Δημήτρη Μητροπάνου… Σε στίχους φυσικά του Αλεξανδρουπολίτη Λευτέρη Χαψιάδη… Σας το αφιερώνω, Αλεξανδρουπολίτες και μη… Αφού μια είναι η ουσία… Όλες οι επαρχίες έχουν πάντα την ίδια εικόνα, όταν νοσταλγείς και θυμάσαι…
Αλεξανδρούπολη μεριά, βαρύς χειμώνας.
Μέσα στο χιόνι βουτηγμένος ο στρατώνας.
Τα γράμματά σου όσο πάνε λιγοστεύουν
κι εγώ ζηλεύω τις παλιές σειρές που φεύγουν.
Τα σύνορα είναι τιμή, δεν είναι τιμωρία.
Εμένα όμως με τιμώρησες εσύ.
Χωρίσαμε και έγινε η θητεία
μια καταδίκη με ισόβια ποινή.
Αλεξανδρούπολη μεριά, σκληρός Απρίλης
κι ούτ’ ένα μήνυμα δεν είπες να μου στείλεις.
Ένας φαντάρος από αγάπη προδομένος
μοιάζει να είναι μες στη μάχη λαβωμένος.
Τα σύνορα είναι τιμή, δεν είναι τιμωρία.
Εμένα όμως με τιμώρησες εσύ.
Χωρίσαμε και έγινε η θητεία
μια καταδίκη με ισόβια ποινή.
Φιλιά!!!
Subscribe to:
Posts (Atom)




